Βλαντίμηρ Ρωμάνοβιτς, η τελευταία δήλωση του παραγνωρισμένου «Πατριαρχείου Κιέβου» αρχίζει από τον ισχυρισμό ότι αυτή η θρησκευτική οργάνωση δεν είναι ένα σχίσμα, αλλά «ως τοπική Ορθόδοξη Εκκλησία της Ουκρανίας, αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της Μίας, Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας - παρά το γεγονός ότι η ΡΟΕ και μερικές ομόγνωμες με αυτήν εκκλησίες αυτό δεν το έχουν ακόμη αναγνωρίσει. Μπορείτε να σχολιάσετε αυτό το κείμενο;
Κατ 'αρχάς, αυτές οι «ορισμένες ομόγνωμες» εκκλησίες είναι ούτε πολύ ούτε λίγο όλες οι Αυτοκέφαλες Ορθόδοξες Εκκλησίες,ολή η παγκόσμια ορθόδοξη οικογένεια! Προσπαθώντας να δικαιολογήσουν το σχίσμα, οι ηγέτες της αγνοούν τη απλή λογική: είναι δυνατόν να αποτελέσει κανείς μέρος της Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας έτσι ώστε η ίδια η Εκκλησία να μην αναγνωρίζει αυτό και να μην έχει καμμία επικοινωνία με αυτό το «μέρος»;
Γνωρίζουμε ότι πολλές φορές το Κίεβο ήταν το κέντρο πανορθοδόξων εορταστικών εκδηλώσεων, με αφορμή διάφορων εορταστικών γεγονότων στην ουκρανική πρωτεύουσα. Πολλές φορές μαζευόταν η ιεραρχία, από όλες ή τις περισσότερες τοπικές Ορθόδοξες Εκκλησίες. Αλλά ήταν οι επισκέπτες της κανονικής Ορθόδοξης Εκκλησίας της Ουκρανίας και του νόμιμου Προκαθημένου της - Μακαριωτάτου Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ουκρανίας Βλαδιμήρου, και όχι του αυτοαποκαλουμένου «Πατριαρχείου Κιέβου». Στις 28 Ιουλίου, σύμφωνα με πληροφορίες, με τον επικεφαλής αυτής της οργανώσεως προσευχήθηκε η αντιπροσωπεία της «Ορθόδοξης Εκκλησίας του Μαυροβουνίου», με επικεφαλής τον Μητροπολίτη Μιχαήλ. Ωστόσο, με αυτόν τον τρόπο παραπλανιούνται μόνο εκείνοι που δεν ξέρουν ότι αυτή η «εκκλησία» είναι επίσης μια σχισματική οργάνωση που δεν υποστηρίζεται από τον ευσεβή λαό του Μαυροβουνίου, ο πνευματικός ποιμήν του οποίου είναι ο Μητροπολίτης Μαυροβουνίου και Παραθαλασσίας, Αμφιλόχιος, γνωστός σε όλο τον ορθόδοξο κόσμο. Και στο Κίεβο, με το πρόσχημα του «Μητροπολίτη Μαυροβουνίου» ήρθε ο πρώην κληρικός του Πατριαρχείου της Κωνσταντινουπόλεως –που από καιρό στερήθηκε το ιερό αξίωμα και τον οποίο αναθεμάτισε η Εκκλησία του.
Εκείνοι που βρέθηκαν σε μια τέτοια καταστροφική απομόνωση από την Καθολική Εκκλησία του Χριστού, πρέπει να σκεφτούν για την επιστροφή, για τη σωτηρία της ψυχής, και όχι να μιλάνε για κάποιους ασαφείς «χωρισμούς με βάση την αρχή της «δικαιοδοσίας».
Αλλά στην ίδια δήλωση υποστηρίζεται ότι αυτοί που χωρίστηκαν «δεν έχουν διαφορές από το πλήρωμα της Ορθόδοξης Εκκλησίας ούτε σε δόγματα, ούτε στην τέλεση των μυστηρίων ούτε σε άλλες ακολουθίες, ούτε στην εφαρμογή των κανόνων του εκκλησιαστικού δικαίου ...»
Πώς δεν υπάρχουν διαφορές; Στην Ορθόδοξη Εκκλησία μια από τις σημαντικότερες κανονικές νόρμες είναι ο κανόνας ότι κάθε ιερέας απαγορευμένος σε ιερουργία ή, ακόμα περισσότερο, αν αυτός έχει στερηθεί από το ιερατικό του αξίωμα, δεν μπορεί να τελεί ούτε Θεία Λειτουργία, ούτε οποιοδήποτε άλλο τελετουργικό. Αλλά εδώ ο άνθρωπος,ο οποίος όχι μόνο στερήθηκε από ιερατικό αξίωμα αλλά είναι και αφορισμένος από την Εκκλησία,τελεί «λειτουργίες», «χειροτονίες». Δεν είναι αυτό παραβίαση όλων των κανόνων του εκκλησιαστικού δικαίου; Άραγε η διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας λέει ότι κάθε πρόσωπο που ντύθηκε «ορθά» ιερά άμφια και προφέρει τις σωστές λέξεις, μπορεί να τελεί Μυστήρια;
Οι συνθέτες της δήλωσης, προσπαθούν να αποδείξουν ότι δεν είναι σχισματικοί, αναφερόμενοι στα λόγια του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, σύμφωνα με τα οποία το σχίσμα είναι μια διάσταση απόψεων σχετικά με ορισμένα εκκλησιαστικά θέματα της. Και το «Πατριαρχείο Κιέβου», δήθεν, δεν έχει διάσταση απόψεων με την Εκκλησία. Πιστεύω ότι είναι αρκετό να επιστήσουμε την προσοχή στο ερώτημα ποιος μπορεί να τελεί ακολουθίες και ποιος όχι. Όπως βλέπουμε, το θέμα αυτό απο τους διαχωρισμένους αδελφούς μας λύθηκε, ας πουμε, ειλικρινά, σε αντίθεση με τους ισχύοντες κανόνες της Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Για να γίνει κανείς σχισματικός, δεν είναι απαραίτητο να δημιουργήσει μια ειδική τελετή, να εισαγάγει ένα νέο δόγμα (στην τελευταία περίπτωση θα έπρεπε να μιλάμε για μια αίρεση). Σύμφωνα με διατύπωση του Ιωάννη Ζωναρά,οι σχισματικοί είναι εκείνοι που σκέφτονται λογικά όσον αφορά την πίστη και τα δόγματα, αλλά για κάποιο λόγο, απομακρύνονται και πραγματοποιούν τις δικές τους συνελεύσεις.Ο έγκυρος Βυζαντινός κανονιστής δεν θεωρεί απαραίτητο να διακρίνει αυτές τις αιτίες, και όχι τυχαία. Η ουσία του σχίσματος ορίζεται από το ίδιο το γεγονός της διακοπής της κοινωνίας με την Καθολική Εκκλησία, μέσω του αυθαίρετου χωρισμού από την νομική ιεραρχία.
Αυτό καταδικάζεται,ασφαλώς, από τους εκκλησιαστικούς κανόνες: «Αν κάποιος πρεσβύτερος, ή επίσκοπος, ή μητροπολίτης, τολμάει να αποστατήσει από την κοινωνία με τον πατριάρχη του, και δεν αναφέρει το όνομά του, σύμφωνα με την καθορισμένη τάξη στη θεία ιερουργία, αλλά πριν από την συνοδική ανακοίνωση και την τελική καταδίκη του, κάνει σχίσμα:σ’ εκείνον η Ιερά Σύνοδος όρισε να είναι εντελώς ξένος από κάθε ιερατείο»( Διπλή Σύνοδος, κανόνας 15). Συμπεραίνοντας από τα αναφερόμενα,η έννοια του σχίσματος μπορεί να διατυπωθεί ως εξής: το σχίσμα συμβαίνει όταν ορισμένοι ιεράρχες και κληρικοί απομακρύνονται από τη νόμιμη ιεραρχία, παραβιάζουν τους ιερούς κανόνες, και έτσι με βάση αυτούς τους κανόνες, σύμφωνα με τη διαδικασία του εκκλησιαστικού δικαστηρίου, αφορίζονται από τη νόμιμη εκκλησιαστική αρχή, από την επικοινωνία με την Εκκλησία. Οι άλλες Ορθόδοξες Εκκλησίες αναγνωρίζουν αυτό το διαχωρισμό και επίσης διακόπτουν την επικοινωνία με τους σχισματικούς. Αυτό συνέβη στην περίπτωση του λεγόμενου «Πατριαρχείου Κιέβου».
Και τι μπορεί να πει κανείς για τα επιχειρήματα από την ιστορία της χορήγησης του αυτοκέφαλου του ΧΙΧ και ΧΧ αιώνα; Ακόμη και τότε επιβλήθηκαν κανονικές κυρώσεις, το αυτοκέφαλο των νέων τοπικών Εκκλησιών δεν αναγνωριζόταν αμέσως ... Μερικές φορές μας δίνουν παραδείγματα του σχίσματος, στην οποία η Βουλγαρική Εκκλησία βρισκόταν με το θρόνο της Κωνσταντινούπολης μέχρι το 1945, και έληξε, όμως, η υπόθεση με την αναγνώριση του αυτοκεφάλου. Όπως ισχυρίζονται οι οπαδοί του «Πατριαρχείου Κιέβου»,το ανάθεμα με τον καιρό απλώς ξεχάστηκε.
Πράγματι, η χορήγηση του αυτοκεφάλου στους ΧΙΧ-ΧΧ αιώνες συχνά συνδέθηκε με αμοιβαία έλλειψη κατανόησης των μερών,με προσωρινή διακοπή της επικοινωνίας, ακόμα και εκκλησιαστικές κυρώσεις. Ωστόσο, από την περίπτωση του «Πατριαρχείου Κιέβου» αυτές οι υποθέσεις διαφέρουν ριζικά. Και όχι μόνο από το γεγονός ότι το αυτοκέφαλο ήταν μια σύμφωνη επιθυμία όλου του πιστού λαού αντίστοιχων χωρών, με επικεφαλής τους αρχιερείς και ιερείς, πράγμα, που δεν παρατηρείται καθόλου όσον αφορά τους Ορθόδοξους πιστούς στην Ουκρανία.
Στην περίπτωση του λεγόμενου βουλγαρικού σχίσματος, η λύση της εσωτερικής υπόθεσης της Εκκλησίας της Κωνσταντινούπολης, το 1872, με δική της πρωτοβουλία, βγήκε σε πανορθόδοξη συζήτηση. Ως εκ τούτου, η πράξη της καταδίκης του σχίσματος δεν έχει εγκριθεί από τον Πατριάρχη Ιεροσολύμων,από τη Σύνοδο της Εκκλησίας της Αντιοχείας, από τη Σύνοδο της Ρωσικής Εκκλησίας, και επίσης, από τις απούσες στη Σύνοδο του 1872, Εκκλησίες της Ρουμανίας και της Σερβίας. Όπως βλέπουμε,εδώ δεν μπορούμε να μιλήσουμε για τη συναίνεση όλων των Ορθοδόξων Εκκλησιών. Ως εκ τούτου, σε όλα τα χρόνια του βουλγαρικού σχίσματος η μερική κοινωνία διαχωρισμένων με την Εκκλησία παρέμεινε,είναι γεγονός για το οποίο υπάρχουν πολλές μαρτυρίες. Και οι έννομες μομφές εναντίον των εμπνευστών του σχίσματος της Ουκρανικής Ορθοδοξίας, που κατηγορηματικά αναγνωρίζονται απ όλο τον ορθόδοξο κόσμο, δεν επέτρεψαν και δεν επιτρέπουν καμία επικοινωνία με καμία από τις Ορθόδοξες Εκκλησίες.
Επιπλέον, η ιστορία του βουλγαρικού διαχωρισμού τελείωσε όχι με μια απλή και φαινομενικά αυτόματη «λήθη» του αναθέματος και τωνεπιπλήξεων, αλλά με ένα μήνυμα προς τον Πατριάρχη της Κωνσταντινούπολης, από τον Μητροπολίτη Στέφανο της Σόφιας, όπου, εξ ονόματος της Συνόδου του ζήτησε να ακυρωθούν οι εκκλησιαστικές επιπλήξεις από το « βουλγαρικό κλήρο και λαο». Από τα ανωτέρω προκύπτει ότι οι ίδιοι οι Βούλγαροι ιεράρχες αναγνώρισαν ότι οι επιπλήξεις ενεργούν και έχουν δύναμη. Δυστυχώς, μέχρι τώρα παρόμοιες αιτήσεις στην κανονική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχουν αναφερθεί. Με την ευκαιρία, οι ηγέτες του Βουλγαρικού σχίσματος δεν είδαν το νόμιμο αυτοκέφαλο. Εκείνο τον καιρό αποδήμησαν στον άλλο κόσμο.
Ως παράδειγμα,μερικές φορές, παίρνουν την Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία, το αυτοκέφαλο της οποίας η Κωνσταντινούπολη δεν αναγνώριζε επίσημα πάνω από εκατό χρόνια ...
Η μη αναγνώρηση του αυτοκεφάλου και η διακοπή της εκκλησιαστικής επικοινωνίας είναι δύο διαφορετικά πράγματα. Βασιζόμενοι στα ιστορικά γεγονότα αποδεικνύεται ότι από τα 1448 ως 1589 η Ρωσική Εκκλησία διέσωζε το πλήρωμα της ευχαριστιακής κοινωνίας με την Εκκλησία της Κωνσταντινούπολης και τις Ανατολικές Εκκλησίες. Παρά το γεγονός ότι το Οικουμενικό Πατριαρχείο δεν είχε εγκρίνει αμέσως το αυτοκέφαλο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, συνέχιζε να διατηρεί την ενότητα της προσευχής και την κοινωνία των Αγίων Μυστηρίων. Καμιά εκκλησιαστική επίπληξη προς τους επισκόπους της ρωσικής Εκκλησίας, κληρικούς και λαϊκούς της, την εποχή εκείνη δεν είχε επιβληθεί.
Αναφερόμενοι σε πιο πρόσφατα παραδείγματα, οι ηγέτες του «Πατριαρχείου Κιέβου» συχνά συγκρίνουν τον εαυτό τους με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία στο Εξωτερικό: χρόνια μιλούσαν για το «σχίσμα», και στη συνέχεια – για το ξεπέρασμα του τραγικού διχασμού.
Πιο κακή σύγκριση είναι δύσκολο να βρει κανείς. Η δημιουργία της Ρωσικής Εκκλησίας στο Εξωτερικό προκλήθηκε από τις γνωστές δύσκολες ιστορικές συνθήκες,από τον εμφύλιο πόλεμο και τη μαζική μετανάστευση. Δημιουργήθηκε ως μια προσωρινή δομή, γεγονός το οποίο υπογραμμίζεται σε όλα Καταστατικά έγγραφά της. Οι επίσκοποι, ιερείς και οι λαϊκοί της, πάντα θεωρούσαν τον εαυτό τους μέρος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, προσωρινά αυτοδιοικούμενο μέχρι την κατάργηση της άθεης εξουσίας στην πατρίδα τους. Κανένας από τους ιεράρχες της ΡΟΕΕ δεν στερήθηκε από ιερατικό αξίωμα και ακόμη περισσότερο αναθεματίστηκε. Δεν υπήρξε ποτέ η πλήρης απομόνωση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας στο Εξωτερικό από την πληρότητα της Οικουμενικής Ορθοδοξίας. Ως εκ τούτου, η αποκατάσταση της ενότητας ήταν θέμα χρόνου, παρά το γεγονός ότι κατέστη δυνατή μόνο μετά τη ριζική αλλαγή της κατάστασης στη Ρωσία, στην Ουκρανία και σε άλλες χώρες, στις οποίες επεκτείνεται η δικαιοδοσία της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Μπορείτε να σχολιάσετε τους ισχυρισμούς ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία δεν είναι σε θέση να «κάνει έγκυρη και αμερόληπτη διερμηνεία των κανόνων και καθορισμών της Εκκλησίας»;
Προφανώς, πρόκειται για τη λεγόμενη «αναγνώριση των μυστηρίων», την οποία επιδιώκουν οι σχισματικοί, και τον Α’ κανόνα του Αγίου Βασιλείου του Μεγάλου, τον οποίο ανέφερε στην έκκληση προς τους σχισματικούς η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Αλλά πάνω απ 'όλα, ο κανόνας του Βασιλείου του Μεγάλου κάνει λόγο για την τελετή εισδοχής στην Εκκλησία αποχωρησάντων απ’ αυτήν,και όχι για την «αναγνώριση» μυστηρίων εκείνων οι οποίοι συνεχίζουν να παραμένουν έξω από την Εκκλησία. Σύμφωνα με τις δηλώσεις των ηγετών του σχίσματος, είναι βέβαιοι ότι έχουν δίκιο και δεν χρειάζονται τη μετάνοια. Παρ 'όλα αυτά, φαιίνεται ότι τους στενοχωρεί το γεγονός της μη αναγνώρισης των μυστηρίων τους! Παράξενη θέση του ερωτήματος, έτσι δεν είναι;
Όσον αφορά πόσο κατάλληλα ανέφερε η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας αυτόν τον κανόνα, μπορεί να εξηγηθεί ως εξής. Αναφερόμενος στους «αρχαίους», ο Μέγας Βασίλειος εξηγεί διάφορες μεθόδους, πώς μπορούν να γίνουν δεκτοί οι σχισματικοί: μέσω ξαναβαπτίσματος(με αναφορά στον Κυπριανό και Φιρμιλιάν) και χωρίς ξαναβάπτισμα (με αναφορά σε ορισμένες ασίζους). Ο Άγιος Βασίλειος πιστεύει ότι το βασικό γεγονός είναι ότι αυτοί που αποχώρησαν από την Εκκλησία, λόγω του σχίσματος, δεν είχαν τη χάρη του Αγίου Πνεύματος. Επειδή φτώχεψε η διάδοση του χάριτος, γιατί σταμάτησε η νομική διαδοχή.Επειδή οι πρώτοι που αποχώρησαν έλαβαν μύηση από τους Πατέρες, και μέσω της χειροτονίας είχαν πνευματικό δώρο. Αλλά οι απορριμένοι, έγιναν λαϊκοι, και δεν είχαν εξουσία ούτε να βαφτίζουν,ούτε να χειροτονούν, και δεν μπορούσαν να μεταδώσουν στους άλλους την χάρη του Αγίου Πνεύματος, από την οποία οι ίδιοι έχουν αποχωρήσει (αποστατήσει). Γι αυτό η πρακτική του ξαναβαπτίσματος των σχισματικών, σύμφωνα με τον Άγιο Βασίλειο, ήταν απόλυτα δικαιολογημένη, και δεν την κατακρίνει σε τίποτε. Αλλά την ίδια στιγμή, μιλάει για την έγκριση και για την άλλη τότε υφιστάμενη πρακτική – παραλαβή των σχισματικών μέσω της μετάνοιας - για τη διαπαιδαγώγηση των πολλών. Δηλαδή, για λόγους διευκόλυνσης της δυνατότητας επιστροφής στην Εκκλησία πολλών μετανοούντων.
Η Ιερά Σύνοδος τόνισε τη βασική ιδέα του Αγίου Βασιλείου: σε μια κοινωνία που είναι έξω από την Εκκλησία, με ποιο όνομα και θα την ορίζαμε,φτώχεψε η διάδοση του χάριτος. Αυτή η χάρις μπορεί να πληρωθεί μόνο στην Εκκλησία, εκτός από την οποία δεν έχει νόημα η συζήτηση του εκκλησιαστικού δικαίου. Με άλλα λόγια, θέμα για την «αναγνώριση των μυστηρίων» των σχισματικών μπορεί να υπάρχει μόνο στο πλαίσιο της επιστροφής τους, μέσω της μετάνοιας, στην Εκκλησία. Γι αυτό μιλάει και ο Μέγας Βασίλειος. Γενικώς δεν μιλάμε για την«αναγνώριση των μυστηρίων» σχισματικών, που δεν μετανοούν και δεν επιστρέφουν στην ενότητα της Εκκλησίας.
Όπως είναι γνωστό, η σημερινή ουκρανική κυβέρνηση προσανατολίζεται σε σχέσεις καλής γειτονίας με τη Ρωσία. Λόγω της αλλαγής της πολιτικής κατάστασης στην Ουκρανία, τι νόημα έχουν οι ισχυρισμοί ότι η Ουκρανική Ορθόδοξη Εκκλησία θα το χρησιμοποιήσει αυτό για να καταστείλει το σχίσμα με την υποστήριξη των αρχών;
Δεν υπάρχει κανένας λόγος για τέτοιου είδους ισχυρισμούς. Κανένας από τα επίσημα πρόσωπα που εξουσιοδοτούνταν να μιλήσουν εξ ονόματος όλης της Εκκλησίας, δεν ζητούσε από τις δημόσιες αρχές να χρησιμοποιήσουν κατασταλτικά μέτρα κατά του σχίσματος. Αντίθετα,η έκκληση της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, καθώς και οι αγορεύσεις του Αγιωτάτου Πατριάρχη Κύριλλου στην Ουκρανία ήταν εμποτισμένες από το πνεύμα της αγάπης και της συμπόνιας προς τους αποχωρούντες. Όσον αφορά το κράτος,η λειτουργία του είναι η διατήρηση του νόμου και η εξάλειψη των παραβιάσεων του δικαίου, εφόσον υπάρχουν.
Ειδικές προειδοποιήσεις της «Συνόδου του Πατριαρχείου Κιέβου» απευθύνονται σε όλους που θα προσπαθήσουν να επιστρέψουν στην κανονική Εκκλησία. Τους απειλούν με την τιμωρία του Θεού. Η κανονική χειροτονία προσώπων που χειροτονήθηκαν προηγουμένως στο Πατριαρχείο Κιέβου ονομάστηκε στη δήλωση «άρνηση από το ίδιο το Χριστό» και «βλασφημία στο Αγίο Πνεύμα».Υπάρχουν αναφορές στους κανόνες.
Οι δηλώσεις αυτές δείχνουν ότι οι σχισματικοί είναι πολύ μακριά από την επιθυμία για διάλογο, παρά το γεγονός ότι δήλωναν επανειλημμένα μια τέτοια πρόθεση. Στην πραγματικότητα, ανοιχτά έχουν στάση αντίδρασης στη μετάνοια και επιστροφή στην Εκκλησία. Για ποιο διάλογο μπορούμε να μιλάμε;
Η αναφορά στον 68-ο αποστολικό κανόνα είναι εντελώς ακατάλληλη εδώ. Ο κανόνας λέει ότι η δεύτερη χειροτονία είναι απαράδεκτη - εκτός από την περίπτωση κατα την οποία η πρώτη χειροτονία ελήφθη από τους αιρετικούς. Η έννοιά του είναι η μη αναγνώριση των αιρετικών «χειροτονιών».
Αλλά, άραγε, αυτό σημαίνει ότι η χειροτονία είναι άκυρη μόνο στις περιπτώσεις που έχει ληφθεί από τα άτομα που αμάρτησαν στα δόγματα της πίστης; Όχι, βέβαια. Αν συγκεντρωθούν, για παράδειγμα, δύο ή τρεις ορθόδοξοι λαϊκοί που ομολογούν το Σύμβολο της πίστης χωρίς καμία αλλαγή, και αποφασίσουν να «χειροτονήσουν», ας πούμε, έναν επίσκοπο – άραγε τέτοια χειροτονία θα μπορούσε να θεωρηθεί αληθινή; Για να ιερουργεί κανείς, χρειάζεται πληρεξουσιότητα από την Εκκλησία.
Μιλώντας για τους αιρετικούς, οι συντάκτες των κανόνων συχνά δεν κάνουν σαφή διάκριση από τους σχισματικούς. Σύμφωνα με τον ΣΤ’ κανόνα της Β’ Οικουμενικής Συνόδου, ονομάζουμε αιρετικούς τόσο εκείνους που έχουν εδώ και καιρό δηλωθεί ξένοι προς την Εκκλησία όσο και εκείνους που μετά απ’αυτό αναθεματίσαμε, αλλά και εκείνους οι οποίοι, αν και υποκρίνονται ότι ομολογούν την πίστη μας ορθώς, χωρίστηκαν και πραγματοποιούν συνελεύσεις κατά των επισκόπων που σωστά χειροτονήθηκαν από μας . Δηλαδή, σύμφωνα με τους πατέρες της Συνόδου, εκτός Εκκλησίας είναι αδύνατο να ομολογεί κανείς ορθώς τη χριστιανική πίστη, μπορεί μόνο να έχει την εμφάνιση, να «προσποιείται». Συνεπώς, διαχωριζόμενους από την Εκκλησία σχισματικούς σ’αυτόν τον κανόνα συνυπολογίζουν τους αιρετικούς και τους αναφέρουν με το ίδιο όνομα.
Από την άλλη πλευρά, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει, ότι το να κάνει κανείς διαιρέσεις μέσα στην Εκκλησία δεν είναι λιγότερο κακό από το να πέσει κανείς σε αίρεση. Σωτηριώδης ομολογία της πίστης είναι δυνατή μόνο μέσα στην Εκκλησία, μόνο εκεί βρίσκει το νόημά της.
Επιστρέφοντας στον 68-ο αποστολικό κανόνα, πρέπει να παραδεχτούμε ότι εδώ πρόκειται για την απαγόρευση της δεύτερης σωστής χειροτονίας. ΤΙς χειροτονίες στο «Πατριαρχείο Κιέβου» δεν μπορούμε να ΤΙς ονομάσουμε σωστές: είχαν διαπραχθεί από άτομα που στερήθηκαν το δικαίωμα να χειροτονούν.
Είναι ενδιαφέρον το γεγονός ότι οι ίδιοι οι ηγέτες του « Πατριαρχείου Κιέβου» όχι μια φορά έκαναν δεύτερες χειροτονίες σε εκείνους τους «επισκόπους» τους οποίους δέχονταν από άλλο σχίσμα της λεγόμενης «Αυτοκέφαλης Ουκρανικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Δεν ήταν ότι στην τελευταία ομολογούνταν διαστρεβλωμένα τα δόγματα της πίστης. Απλά οι ιδρυτές της έλαβαν «χειροτονία» από τον άνθρωπο ο οποίος όχι μόνο δεν είχε δικαίωμα να ιερουργεί, αλλά δεν ήταν ποτέ επίσκοπος - από έναν πρώην διάκονο,το Βικέντιο Τσεκάλιν. Αυτό, ήδη, στους ηγέτες του σχίσματος φάνηκε «πάρα πολύ» αντικανονικό. Είναι ενδιαφέρον ότι ένας από αυτούς τους «επισκόπους» χειροτονήθηκε δεύτερη φορά και κρυφά, όχι αμέσως, αλλά έξι μήνες μετά τη μετάβασή του στις τάξεις των οπαδών του «Πατριαρχείου Κιέβου».
Λοιπόν, η «βλασφημία στο Αγίο Πνεύμα» δεν είναι η επιθυμία για την επίλυση του κανονικού καθεστώτος,την αναπηρία του οποίου συνειδητοποιούν πολύ καλά πολλοί από τους πνευματικούς ηγέτες του σχίσματος, αλλά η προσπάθεια να τους εμποδίσουν σ’αυτό με τις απειλές της Τελικής Κρίσεως. Πώς η επιστροφή στην Εκκλησία μπορεί να είναι « άρνηση από τον ίδιο το Χριστό»; Αφού η κοινωνία με τον Χριστό, είναι δυνατή μόνο μέσα στην Εκκλησία.
Στην ουσία, η παραίτηση του Χριστού και της Εκκλησίας Του είναι το σχίσμα. Και να δώσει ο Κύριος ώστε οι απομακρυσμένοι από την εκκλησιαστική επικοινωνία να έρθουν σε συναίσθηση αυτού του γεγονός. Θα χαρούμε ειλικρινά από την επιστροφή τους και είμαστε έτοιμοι να τους δεχτούμε με αγάπη και ταπείνωση. Επειδή, όπως λέει ο Άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος, τον οποίο αναφέρει πολύ κατάλληλα η Ιερά Σύνοδος: εμείς δεν επιδιώκουμε τη νίκη, αλλά την επιστροφή των αδελφών,ο χωρισμός με τους οποίους μας βασανίζει.