Χρυσό απόθεμα
Σχόλια των αναγνωστών rss

Η Ορθόδοξη δημοκρατία: «να είναι ή να μην είναι»;

19 Νοεμβρίου 2009
Το θέμα συμφωνίας Εκκλησίας - κράτους, που έθεσαν οι Βυζαντινοί,ήδη από τον ΣΤ’αιώνα, εξακολουθεί να διεγείρει τα πνεύματα της ανθρωπότητας. Ποια μορφή της κρατικής διακυβέρνησης είναι ιδανική για την πραγματοποίηση των χριστιανικών ιδανικών; Αν μπορεί η δημοκρατία, με τα υποχρεωτικά χαρακτηριστικά της - εκλογές και κοινοβούλιο - να βρεί τη " θεία κύρωση της εξουσίας"; Στο αιώνιο ζήτημα της σχέσης πίστης και εξουσίας αφιερώνεται το άρθρο του αντιπροέδρου του Τμήματος Εξωτερικών Εκκλησιαστικών Σχέσεων του Πατριαρχείου Μόσχας,ιερομονάχου Φιλίππου (Ριαμπίχ).

Το παρόν άρθρο είναι ένας συλλογισμός, στον οποίο οδήγησαν τον αρθρογράφο οι ακόλουθες φράσεις των Αρχών Κοινωνικής Αντίληψης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας: «Οι σύγχρονες δημοκρατίες, συμπεριλαμβανομένων των μοναρχικών κατά τη μορφή, δεν αναζητούν τη θεία κύρωση της εξουσίας. Αντιπροσωπεύουν μια μορφή διακυβέρνησης στην εκκοσμικευμένη κοινωνία, προϋποθέτει το δικαίωμα του κάθε αρτιμελούς πολίτη στην έκφραση θέλησης μέσω εκλογών »(ΙΙΙ, 7). Τίθεται το ερώτημα εάν η δημοκρατία θα επιδίωκε αυτή την κύρωση. Πώς θα μπορούσε να εξελίσσεται αυτή η αναζήτηση; Ένας από τους βασικούς θεσμούς της δημοκρατίας είναι το Κοινοβούλιο, και επομένως οι εκλογές γι αυτό το διοικητικό όργανο. Επομένως, είναι σημαντικό να εξεταστούν αυτά τα δύο θεσμικά όργανα -οι εκλογές και το κοινοβούλιο - όσον αφορά τη συμμόρφωσή τους με τις αρχές της ορθόδοξης κοσμοθεωρίας .
Μέχρι σήμερα, πολλοί άνθρωποι στη Ρωσία αντιλαμβάνονται τις εκλογές ως σύμφυρμα της βούλησης του λαού. Και στις «παλιές» δημοκρατίες, σήμερα, αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα με την προσέλευση των ψηφοφόρων. Σ' αυτό το πλαίσιο, η έλλειψη εμπιστοσύνης στις εκλογές, στον ορθόδοξο πληθυσμό της Ρωσίας, δεν είναι κάτι καινοφανές. Ταιριάζει στη διάθεση που χαρακτηρίζει όλο τον πληθυσμό της χώρας και του εξωτερικού. Αλλά υπάρχει κάτι το ιδιαίτερο στη θέση των Ορθοδόξων Χριστιανών. Συχνά, οι εκλογές εκλαμβάνονται απ' αυτούς ως κάτι ξένο προς την Ορθόδοξη παράδοση, και αμαρτωλό αφ 'εαυτό, ανεξάρτητα από την επιλογή που κάνει.

Πού κρύβεται το κύριο πρόβλημα έναντι του θεσμού των εκλογών για έναν Ορθόδοξο χριστιανό; Πρώτα απ 'όλα, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω σε ποιο ζήτημα ορίζουν πιο συχνά το πρόβλημα, και σε ποιο ακριβώς δεν υπάρχει. Ορισμένοι παρατηρητές πιστεύουν ότι θεωρείται αμαρτωλή η ίδια η επιλογή, διότι είναι μια εκδήλωση της ανεξαρτησίας, η οποία έρχεται σε αντίθεση με το δογματικό και ιεραρχικό πνεύμα του Χριστιανισμού. Αλλά για τον Χριστιανισμό η ελευθερία επιλογής είναι ένα θεμελιώδες χαρακτηριστικό της ανθρώπινης φύσης, που δημιουργήθηκε από το «κατ' εικόνα και καθ'ομοίωση του Θεού» (Γεν.1, 26). Σύμφωνα με τον άγιο Γρηγόριο Νύσσης, «ο άνθρωπος έγινε θεοειδής και μακάριος, αφού αξιώθηκε την ελευθερία».

Η υπόθεση είναι άλλη. Ο Χριστιανισμός ασχολείται με το ζήτημα της εφαρμογής της ελευθερίας: Ναι, ο άνθρωπος έχει την ελευθερία, αλλά πώς την διαθέτει; Δεν μπορεί κανείς να έχει μια ελευθερία που του είναι άχρηστη, αλλά ακριβώς αυτό μερικές φορές προτείνουν οι ακραίοι φιλελεύθεροι. Ο προφήτης Δαβίδ περιέγραψε έτσι το ιδανικό της αυτοδιάθεσης της ελευθερίας: «Έκκλινον από κακόν και ποίησον αγαθόν» (Ψαλ.33, 15). Με τη σειρά του, για τον πιστό χριστιανό είναι ολοφάνερο ότι το καλό συνδέεται με το Θεό.Η απολησμόνηση του Θεού, της πηγής ζωής για όλα τα όντα, οδηγεί σε καταστροφικές συνέπειες, τόσο στην προσωπική ζωή, όσο και στο δημόσιο βίο.

Επιπλέον, χωρίς τον Θεό, ο άνθρωπος χάνει μια πολύ σημαντική διάσταση στη ζωή του. Η εικόνα του Θεού στον άνθρωπο σημαίνει, επίσης, ότι ο Θεός έχει καλέσει τους ανθρώπους στην συν-δημιουργία μαζί Του, να συμμετάσχουν στη θεία ζωή Του. Ως εκ τούτου, η φυσική κατάληξη για την Ορθόδοξη συνείδηση είναι η ανάγκη εναρμόνισης της ανθρώπινης θέλησης με το θέλημα του Θεού. Το ίδιο συμβαίνει όταν ο άνθρωπος μαζί με άλλους ανθρώπους επιχειρεί ένα συγκεκριμένο έργο -τότε συντονίζει τη θέλησή του με τη βούληση των άλλων. Αυτό δεν θεωρείται παραβίαση της ελευθερίας. Στην παρούσα κοσμική έννοια των εκλογών, την Ορθόδοξη συνείδηση διαταράσσει όχι η δυνατότητα της εκδήλωσης της ελευθερίας του λαού, αλλά το γεγονός ότι ο σύγχρονος άνθρωπος δεν συμβιβάζει την επιλογή του με το θέλημα του Θεού. Είναι ολοφάνερο ότι μια τέτοια προσέγγιση στο ζήτημα των εκλογών, είναι το κληροδότημα της εποχής του μεταμοντέρνου, η οποία εξήγαγε το Θεό από τη δημόσια ζωή.

Η επιρροή αυτής της έννοιας του Διαφωτισμού αντικατοπτρίζεται στο σύγχρονο Σύνταγμα της Ρωσίας. Στο τρίτο άρθρο του αναφέρεται: «Ο φορέας της κυριαρχίας και η μόνη πηγή εξουσίας στη Ρωσική Ομοσπονδία είναι ο πολυεθνικός λαός της». Μετά λέγεται ότι «η ανώτατη έκφραση της εξουσίας του λαού είναι το δημοψήφισμα και οι ελεύθερες εκλογές». Έτσι, η βούληση του λαού τίθεται στην πρώτη θέση και για το θέλημα του Θεού δεν υπάρχει λόγος. Ταυτόχρονα, για κάθε Χριστιανό παραμένουν αμετάβλητα τα λόγια του Σωτήρα: «εδόθη μοι πάσα εξουσία εν ουρανώ και επί γής.( Mθ.28, 18), δηλαδή, όχι η θέληση του ανθρώπου είναι η πηγή της εξουσίας αλλά  η βούληση του Θείου. Παρεμπιπτόντως, η περίφημη Λατινική παροιμία «vox populi - vox dei» δεν σημαίνει ότι, σύμφωνα με τους αρχαίους Ρωμαίους, ο λαός είναι εκ των προτέρων σε θέση από μόνο του να εκφράσει τη θέληση του Θεού. Στην αρχαία κατανόηση αυτή η παροιμία σήμαινε ότι για τους  πολιτικούς η φωνή (η ψήφος) του λαού  γίνεται ένα είδος θεότητας, στην οποία υπακούουν τυφλά. Σ'αυτή τη φράση δεν υπάρχει καμία σκέψη ότι η λαϊκή βούληση  είναι πάντα καλή θέληση και εκφράζει με ακρίβεια αυτό που θέλει ο Θεός. Πολύ συχνά οι φωτεινές διάνοιες της ανθρωπότητας αναγνώριζαν ότι εντελώς τρελές και καταστροφικές ιδέες μπορούν να κυριεύουν τις μάζες των ανθρώπων. Η ανθρώπινη ιστορία δίνει πολλά παραδείγματα σ'αυτό. Αλλά στις  μάζες μπορούν, επίσης, να εφαρμόζονται  ισχυρές θετικές και  δημιουργικές στάσεις(διαθέσεις).Η μια ή η άλλη πορεία των γεγονότων εξαρτάται από το πόσο ο λαός  ψάχνει για το καλό και συμφωνεί  η επιλογή του με το νόμο του Θεού. Διαφορετικά, οι ενέργειές του μπορούν εύκολα να βρεθούν κάτω από την επίδραση του πονηρού.

Στ'αλήθεια, οι εκλογές δεν έχουν καμία πιθανότητα να διορθώσουν τις «παρεκκλίσεις» του μοντέρνου;Για να απαντήσουμε στο ερώτημα αυτό, πρέπει να στραφούμε προς τη γένεση αυτού του κοινωνικού-πολιτικού συστήματος, το οποίο είχε αναμφίβολα ένα μηχανισμό για τον συντονισμό της ανθρώπινης θέλησης και το θέλημα του Θεού - στην αγιασμένη μοναρχία. Το φαινόμενο της αγιασμένης μοναρχίας, δεν γεννήθηκε με πρωτοβουλία του Θεού, αλλά ως αποτέλεσμα της παρόρμησης που προερχόταν από ανθρώπους. Ακριβώς αυτό υπενθυμίζεται στις Αρχές της Κοινωνικής Αντίληψης της Ρωσικής Εκκλησίας  . Στο πρώτο βιβλίο των Βασιλείων αναφέρεται  ότι στο αρχαίο Ισραήλ η θεοκρατία ήταν θεοϊδρυμένο πολίτευμα. Υπήρχε χωρίς τους θεσμούς της κρατικής εξουσίας. Ο Θεός ο ίδιος φρόντιζε για τον αρχαίο εβραϊκό λαό. Ο φορέας της θέλησης του Θεού ήταν δικαστές οι οποίοι έκριναν και οργάνωναν το λαό, εάν ήταν απαραίτητο. Όμως, η αδυναμία της πίστης του εβραϊκού λαού στη φροντίδα του Θεού οδήγησε σ'αυτό: ότι ήθελε να έχει μια ορατή εκδήλωση της εξουσίας στο πρόσωπο του βασιλιά: «καὶ ἐσόμεθα καὶ ἡμεῖς κατὰ πάντα τὰ ἔθνη, καὶ δικάσει ἡμᾶς βασιλεὺς ἡμῶν καὶ ἐξελεύσεται ἔμπροσθεν ἡμῶν καὶ πολεμήσει τὸν πόλεμον ἡμῶν» (1Βασιλείων 8 , 20). Έτσι, η Βίβλος γνωστοποιεί σε μας ότι η μοναρχία δεν ήταν καν εφεύρεση του εκλεκτού λαού του Θεού, αλλά την είχαν δανειστεί από τους ειδωλολάτρες.


Στο ίδιο πρώτο βιβλίο των Βασιλέων γίνεται λόγος για την απογοήτευση του Θεού, όσον αφορά την επιλογή του εβραϊκού λαού,που απέρριψε την άμεση θεία κυβέρνηση. Ωστόσο, σύμφωνα με την φιλανθρωπία του, ο Θεός ευλόγησε τη μοναρχία, αναφέροντας μέσω του προφήτη Σαμουήλ τους όρους υπό τους οποίους η ευλογία του Θεού θα παραμείνει σ'αυτή τη μορφή της κυβέρνησης: «ἐὰν φοβηθῆτε τὸν κύριον καὶ δουλεύσητε αὐτῷ καὶ ἀκούσητε τῆς φωνῆς αὐτοῦ καὶ μὴ ἐρίσητε τῷ στόματι κυρίου καὶ ἦτε καὶ ὑμεῖς καὶ ὁ βασιλεὺς ὁ βασιλεύων ἐφ' ὑμῶν ὀπίσω κυρίου πορευόμενοι· 15 ἐὰν δὲ μὴ ἀκούσητε τῆς φωνῆς κυρίου καὶ ἐρίσητε τῷ στόματι κυρίου, καὶ ἔσται χεὶρ κυρίου ἐπὶ ὑμᾶς καὶ ἐπὶ τὸν βασιλέα ὑμῶν» (1Βασ.12, 14-15).Κατά πόσο η δύναμη της μοναρχίας εξαρτάται από την πίστη του βασιλιά στις  θείες εντολές, ήδη φάνηκε  στον πρώτο βασιλιά του Ισραήλ, Σαούλ. Ο Θεός τον απέρριψε για την απειθαρχία του και όρισε νέο βασιλιά, το Δαβίδ. Αυτή η λεπτομέρεια της βιβλικής αφήγησης δείχνει ότι η βούληση του ανθρώπου διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην ιστορία και γίνεται αποδεκτή από τον Θεό, αν είναι έτοιμη να συμφωνήσει με τη νομοθεσία Του. Προφανώς,στην βασιλική εξουσία η συμφωνία του θελήματος του Θεού και του ανθρώπου είναι πιο βολική, επειδή ο Κύριος ασχολείται με ένα άτομο, έναν μονάρχη, στον οποίο όλοι οι άλλοι δίνουν την υπόσχεση να υπακούουν άνευ όρων με όρκο. Στη χριστιανική εποχή,  η διδασκαλία για τη μοναρχία συνέχισε την παράδοση της Παλαιάς Διαθήκης. Πριν από την ανάληψη της βασιλείας, η Εκκλησία προσεύχονταν για να δώσει ο Κύριος τα πλούσια χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος στον βασιλιά για να εκτελέσει  την  υπεύθυνη και δύσκολη διακονία στο λαό του. Αλλά, και μετά την μύρωση στην βασιλεία, ο ηγεμών έπρεπε να εργάζεται συνεχώς για την καρδιά του και να διατηρεί την πίστη στο Θεό. Μόνο σ'αυτή την περίπτωση θα μπορούσε να μιλήσει κανείς για τη βοήθεια του Θεού στην βασιλική προσωπικότητα και την αγιοποίηση της βασιλείας από το Θεό.

Τίθεται το ερώτημα: αν μπορεί μια δημοκρατία, η οποία, κατά την ίδρυσή της, «απέσυρε» έξω απο τις παρενθέσεις της δημόσιας ζωής το Θεό, να βρει τρόπο για την εναρμόνιση, όχι  μόνο των διαφόρων συμφερόντων πολλών ανθρώπων, αλλά και της εναρμόνισης της λαϊκής βούλησης με το θέλημα του Θεού; Για τον Θεό όλα είναι δυνατά. Ο Σωτήρας λέει: «το πνεύμα όπου θέλει πνεί» (Ιω. 3 8). Μέσω της προσευχής, ο άνθρωπος μπορεί να επικαλεστεί το Άγιο Πνεύμα στο έργο του και, αν αυτό δεν έρχεται σε αντίθεση με το θέλημα του Θεού, τότε ο Θεός θα τον ευλογήσει,χωρίς  αμφιβολία.Ο Άγιος Σιλουανός σύστηνε να προσεύχεται κανείς  πριν από κάθε έργο, και αν, μετά από αυτήν, η συνείδηση είναι ταραγμένη από το επικείμενο έργο, αυτό σημαίνει ότι δεν πρέπει να το διαπράξει. Ως εκ τούτου, πριν πάμε στις εκλογές, πρέπει να προσευχηθούμε. Όλες οι εκλογές διεξάγονται την Κυριακή, ώστε ο πιστός μπορεί να πάει στην εκκλησία, να κοινωνήσει, ίσως, να προσευχηθεί στην δέηση, και τότε να πάει στο εκλογικό κέντρο. Κατά τη διάρκεια της προεκλογικής καμπάνιας στη Δούμα το 2003, στην Επισκοπή Αικατερινμπούργκ, επιδοκιμάστηκε αυτή η καινοτόμος εμπειρία. Οι ιερείς της ενορίας του Αγίου Νικολάου αυτής της πόλης, εξέδωσαν φυλλάδιο με τίτλο «Η παραίνεση της 7 Δεκεμβρίου»(ακριβώς  στις 7 Δεκεμβρίου είχαν προγραμματιστεί οι εκλογές), όπου δόθηκαν οι προσευχές οι οποίες πρέπει  να διαβαστούν  πριν από την ψηφοφορία για την ευλογία στη σωστή επιλογή («Βασιλεύ Ουράνιε»και η προσευχή στην Αγία Αικατερίνη, την προστάτισσα της πόλης).Πρέπε να επισημανθεί  ότι  σ'αυτα τα φυλλάδια δεν υπήρχε προεκλογική προπαγάνδα.

Φυσικά, στα αποτελέσματα της ψηφοφορίας το θέλημα του Θεού θα μπορούσε να εκδηλωθεί με μεγαλύτερη σαφήνεια, αν όλοι οι άνθρωποι επιδίωκαν τα ηθικά ιδανικά και για να τιμηθεί ο Θεός. Αλλά ακόμη και αν δεν είναι έτσι, τότε η συμβολή των Ορθοδόξων θα συνίστατο στο γεγονός ότι, μέσω της συμμετοχής τους, θα πρόσθεταν στη διαδικασία των εθνικών εκλογών μια προσευχή στο Θεό και ένα συλλογισμό για το Θεό. Αυτή η έννοια της συμμετοχής στις εκλογές θα ήταν μια πραγματική ρήξη με την κοσμική εκδοχή της δημοκρατίας, που θα γέμιζε με νέα δύναμη της μορφές της. Ακόμη και αν, από την πλευρά της τελειότητας, η δημοκρατία απέχει πιο πολύ από τη  θεοκρατία παρά η μοναρχία, όπως αναφέρεται στις Αρχές της Κοινωνικής Αντίληψης της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας (ΙΙΙ, 7), αυτό δεν σημαίνει ότι οι θρησκευτικοί άνθρωποι που ζουν σε συνθήκες πιο χαμηλής,κατά την ηθική δυνατότητα, μορφής διακυβέρνησης, μπορούν να εκτελούν κάτι χωρίς την προσευχή στο Θεό. Οι χριστιανοί πρέπει να βρουν τρόπους για να ζήσουν με το Θεό, ακόμη και σε εκείνες τις συνθήκες που δεν είναι καθόλου κατάλληλες για το σκοπό αυτό, αλλά οι οποίες είναι δεδομένες.
Φυσικά, η προσευχή δεν καταργεί το συλλογισμό. Αντίθετα, βοηθάει να φωτίσει το νου μας, να εξάγουμε σωστά συμπεράσματα για τους υποψηφίους και τα προγράμματά τους. Στην ίδια την πράξη της επιλογής πρέπει να προετοιμαστεί κανείς. Θα ήταν ιδανικό το γεγονός αν οι πιστοί, όχι μόνο παρατηρούσαν τις δηλώσεις και τις προγραμματικές υποσχέσεις των υποψηφίων, αλλά και οι ίδιοι πρότειναν υποψηφίους ή προσπαθούσαν να επηρεάσουν τα υφιστάμενα κόμματα, για να συγκρίνουν τις προτάσεις τους με το νόμο του Θεού, και να εισάγουν στα προγράμματά τους ζητήματα που είναι σημαντικά για τους πιστούς. Φυσικά, η σκέψη για πολιτικό πρόγραμμα , που είναι σύμφωνη με το νόμο του Θεού, αποτελεί θέμα μιας ξεχωριστής και πιο λεπτομερούς συζήτησης. Νομίζω ότι το πιο λανθασμένο για τους πιστούς θα ήταν να βρίσκονται έξω από την ζωή της χώρας, ένα στοιχείο της οποίας είναι οι εκλογές. Η προσέγγιση στο ιδανικό της Αγίας Ρωσίας δεν θα πραγματοποιηθεί, αν οι πιστοί δεν βρεθούν στο κέντρο της εθνικής ζωής παραμένοντας πολίτες της Ουράνιας Πόλης.

Τώρα, σε ό τι αφορά στο θέμα του Κοινοβουλίου, το έργο του οποίου είναι,επίσης, εκκοσμικευμένο στον ανώτατο βαθμό,αρχίζοντας από την εποχή Διαφωτισμού. Η  Τοπική Σύνοδος της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, που πραγματοποιήθηκε μετά το θάνατο του Πατριάρχη Αλέξιου Β' το 2009, προκάλεσε έντονη συζήτηση στην κοινωνία, σχετικά με το τί μοντέλο αυτού του οργάνου θα αντικατοπτρίζει επαρκώς τη σημερινή πραγματικότητα στην Εκκλησία. Ωστόσο, πολλοί έκαναν  παραλληλισμό με το έργο του Κοινοβουλίου. Κατά τη γνώμη μου, αυτή η σύγκριση είναι εντελώς δικαιολογημένη, διότι τα σύγχρονα κοινοβούλια έχουν άμεση γενεαλογική σχέση πιο πολύ με τις Εκκλησιαστικές Συνόδους, παρά με τις λαϊκές συνελεύσεις  στις αρχαίες πόλεις. Η εκκλησιαστική Σύνοδος βασίζεται σε μια ειδική έννοια, η οποία ονομάστηκε  καθολικότητα. Υπάρχουν ιστορικά παραδείγματα της εφαρμογής της στη δημόσια σφαίρα - η πρώτη Σύνοδος Ζέμσκι, πρόδρομος του ρωσικού κοινοβουλίου, εμφανίστηκε στη χώρα μας στον ΙΣΤ'αιώνα.  

Η Τοπική Σύνοδος, όπως και το κοινοβούλιο,είναι ένα αντιπροσωπευτικό όργανο, και σ'αυτήν αντιπροσωπεύονται, πραγματικά, άνθρωποι διαφόρων υπηρεσιών που υπάρχουν στην Εκκλησία -  επίσκοποι, κληρικοί, μοναχοί και λαϊκοί. Επιπλέον,σ'αυτούς  εντάσσονται  εκπρόσωποι των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων και των διοικητικών δομών του εκκλησιαστικού σώματος. Εδώ, η αρχή του σχηματισμού της Συνόδου πλησιάζει στην ταξική(στην αρχή του κοινωνικού στρώματος).Είναι  κρίμα, αλλά ο κοινοβουλευτισμός σήμερα σχεδόν τελείως αρνήθηκε μια τέτοια προσέγγιση, με αποτέλεσμα το γεγονός ότι δεν εκπροσωπούνται τα συμφέροντα  ολόκληρων ομάδων του λαού, και, έτσι, χάνεται η ζωτική σχέση  με τον λαϊκό βίο.
Η διαδικασία και ο κανονισμός της Τοπικής Συνόδου, επίσης,μοιάζει με κοινοβουλευτικά ήθη. Ο στόχος τους είναι να εξασφαλίσουν τη λήψη αποφάσεων με βάση την εθελοντική και ελεύθερη βούληση των παρόντων αντιπροσώπων. Έτσι, τα μέλη της Συνόδου μπορούν να προτείνουν τους υποψηφίους τους στον Πατριαρχικό θρόνο,  γεγονός το οποίο παρέχει μια εναλλακτική επιλογή. Οι εκλογές πραγματοποιούνται  με μυστική ψηφοφορία σε κλειστη συνεδρίαση, για να αποφευχθεί οποιαδήποτε εξωτερική επιρροή πάνω στους εκπροσώπους. Επιπλέον, οι συνοδικοί μπορούν να προτείνουν διάφορα θέματα προς συζήτηση με καθορισμένη, από τη διαδικασία, τάξη.

Τότε, ποια είναι η διαφορά μεταξύ του Κοινοβουλίου και της Συνόδου; Το όριο μεταξύ τους περνάει,σ'αυτό το σημείο, στο τί προσανατολισμό ακολουθούν συνοδικοί και βουλευτές, κάνοντας την επιλογή τους.
Το σύγχρονο Κοινοβούλιο είναι,επίσης, ένα προϊόν της εποχής του μοντέρνου, καθώς και οι εκλογές γι αυτό. Ως εκ τούτου, στο έργο του αντανακλάται το κύριο χαρακτηριστικό του μοντέρνου - εκκοσμίκευση του μηχανισμού λήψης των αποφάσεων. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση δεν επιδιώκει να εναρμονίσει την ανθρώπινη θέληση με  το θέλημα του Θεού. Επιδιώκει συναίνεση μεταξύ των συμφερόντων των διαφόρων κοινωνικών ομάδων, τις οποίες αντιπροσωπεύουν βουλευτές. Αλλά οι Χριστιανοί γνωρίζουν ότι η πιο σταθερή και επιτυχής,σε μακροπρόθεσμη προοπτική, μπορεί να είναι μόνο αυτή η απόφαση η οποία συμφωνεί με το θέλημα του Θεού. Η αναζήτηση αυτής της βούλησης και για τον άνθρωπο ατομικά, έχει εξίσου βαθιά προσωπική σημασία, γιατί είναι η αναζήτηση της πραγματικής, αλλά «χαμένης»,βούλησης του εαυτού του.

Συχνά ο άνθρωπος  που παίρνει μια ανεξάρτητη απόφαση,  αισθάνεται μια αποξένωση από τον εαυτό του. Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι, στην πραγματικότητα, μπορεί να τον ικανοποιήσει μόνο εκείνη η επιλογή, η οποία συμπίπτει με τη θέληση του Θεού, επειδή τον άνθρωπο και το Θεό συνδέει συγγένεια: ο Θεός δημιούργησε τον άνθρωπο κατ 'εικόνα και ομοίωσή Του, ούτως ώστε για τον άνθρωπο μπορεί να είναι καλό μόνο αυτό που είναι καλό για τον ίδιο τον Κύριο. Άρα, εμείς, οι άνθρωποι αισθανόμαστε μια εσωτερική ανάγκη να γνωρίσουμε το θέλημα του Θεού. Η αναζήτησή της ονομάζεται συνέργεια, δηλαδή, συνεργασία του ανθρώπου με το Θεό. Αλλά για να το επιτύχει αυτό κανείς δεν είναι απλή υπόθεση.

Ο λόγος, γι αυτό,είναι ο υψηλός βαθμός της  λεπτότητας του Θεού, που προέρχεται από την αγάπη του προς τον άνθρωπο. Ο Θεός δεν «φορτώνεται» στους ανθρώπους, αλλά αποκαλύπτεται σ'αυτούς όταν Τον ψάχνουν πραγματικά. Και γι αυτό ο άνθρωπος πρέπει να περάσει μια πορεία μετατροπής της συνείδησής του και της καρδιάς του, να ανακαλύψει για τον εαυτό του το θέλημα του Θεού. Στην πραγματικότητα, η Σύνοδος είναι μια τέτοια πορεία, μια ιδιόμορφη αναζήτηση της  συμφωνίας του θελήματος του Θεού και της θέλησης του ανθρώπου.
Αλλά γιατί ο Θεός δεν αποκαλύπτει το θέλημά Του μέσα από έναν άγγελο, έναν άγιο άνθρωπο,μέσα από τον κλήρο ή με κάποιο άλλο τρόπο; Φυσικά, μπορεί να ενεργεί με διάφορους τρόπους, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αναφέρονται παραπάνω. Όμως, το θέλημα του Θεού συνίσταται και στο  να επικοινωνούν οι άνθρωποι, μαζί Του και μεταξύ τους, εν αγάπη: «αγαπήσεις Κύριον τον Θεον σου εν όλη τη καρδία σου και εν όλη τη ψυχή σου και εν όλη τη διανοία σου. Αυτή  εστί πρώτη και μεγάλη εντολή. Δευτέρα δε ομοία αυτή αγαπήσεις τον πλησίον σου ως σεαυτόν. Εν ταύταις ταις δυσίν εντολαίς όλος ο νόμος και οι προφήται κρέμανται». (Ματθ. 22: 37-40). Ακριβώς αυτά τα λόγια του Κυρίου καθορίζουν την αρχή της οργάνωσης της Εκκλησίας. Είναι ένας συνδυασμός της κάθετης (προσωπικής) και της οριζόντιας (κοινωνικής) αλληλεπίδρασης μεταξύ του Θεού και της ανθρωπότητας. Στη γλώσσα της Ευαγγελικής Θεολογίας, αυτή η φύση της Εκκλησίας πήρε το όνομα του Σώματος του Χριστού. Ο Απόστολος Παύλος γράφει: «Ούτως οι πολλοί εν σώμα εσμέν εν Χριστώ, ο δε καθ' εις αλλήλων μέλη»(Ρωμ. 12: 5).

Η Σύνοδος δε είναι ένας τρόπος ένωσης  της δράσης του Θεού και των πιστών για  αποφάσεις  σε σημαντικά θέματα της εκκλησιαστικής ζωής. Κατά τη στιγμή που συγκαλούνταν οι Λαϊκές Σύνοδοι (Ζέμσκι) οι οποίες  , κατ 'αναλογία προς τις εκκλησιαστικές, είχαν σκοπό να αποκαλύψουν τη συμφωνία  του θελήματος του Θεού με την ανθρώπινη, για την αντιμετώπιση των αστικών(κοινωνικών) υποθέσεων- η πορεία των οποίων είναι εξίσου σημαντική για τη σωτηρία των ανθρώπων και  την ευημερία τους- ως και θρησκευτικά θέματα.
Επιπλέον, ένας άνθρωπος που επιδιώκει το θέλημα του Θεού, πρέπει να περάσει μια πορεία ηθικής κάθαρσης, αμφιβολιών, σκέψεων, αναζήτησης και προσευχής.Αν δεν καθαρίζει την ψυχή του, τότε μπορεί να φανερώνει τα πάθη του ως  βούληση του Κυρίου. Οι ηθικές προσπάθειες πάντα κάνουν τον άνθρωπο πιο προσιτό στην αντίληψη του θελήματος του Θεού. Φυσικά, η προσευχή δεν ακυρώνει  την ανάγκη του έργου του νου. Αντιθέτως, ο άνθρωπος πρέπει να καταλάβει τί θέλει πραγματικά και πώς αυτό σύμφωνει με τις επιθυμίες των άλλων, και τις περιστάσεις. Έτσι, προσευχή και διαλογισμός βοηθάνε να πάρει κανείς τη σωστή απόφαση.
Στην πράξη, το σύγχρονο κοινοβουλευτικό σύστημα είναι ένα περιορισμένο μοντέλο  καθολικότητας. Στο κοινοβούλιο οι άνθρωποι βρίσκουν μόνο την εκδήλωση της βούλησής τους και σε ορισμένες περιπτώσεις την συμφωνία της με τις επιθυμίες των άλλων, αλλά δεν επιδιώκουν τη βούληση του Θεού. Δυστυχώς, αυτό δεν είναι δυνατό χωρίς  ηθική προσπάθεια και προσευχή, και, δυστυχώς,αυτά τα φαινόμενα δεν έχουν θέση στο σύγχρονο πολιτισμό.

Φυσικά, στις Συνόδους,επίσης,εκδηλώνωνονται πάθη και αντιπαραθέσεις. Όμως, η προσπάθεια της αναζήτησης  του θελήματος του Θεού καθορίζει πάντοτε ορισμένα πλαίσια, τα οποία δεν επιτρέπουν να μετατραπούν τα πάντα σε φάρσα και χάος.Μια τέτοια στάση  του ανθρώπινου νου και της καρδιάς οδηγεί στο ξεπέρασμα των ιδιωτικών συμφερόντων και στην αφύπνιση της μόνης απαιτούμενης, κατά τη στιγμή, απόφασης για την Εκκλησία ή για όλο το λαό. Αυτό το μοντέλο συμφωνίας της θέλησης του Θεού και του ανθρώπου υπήρχε  στην εμπειρία των Λαϊκών Συνόδων (Ζέμσκι),που πραγματοποιήθηκαν στους XVI-XVII αιώνες στη Ρωσία. Δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πώς θα αναπτυσσόταν το κοινοβουλευτικό σύστημα στη χώρα μας, αν δεν έιχε γίνει ρήξη με την παράδοση, σύμφωνα με τη βούληση του Πέτρου Α'. Ωστόσο, οι ιδέες των Λαϊκών Συνόδων μπορούν να είναι χρήσιμες για την ανάπτυξη του κοινοβουλευτισμού στη Ρωσία σήμερα. Επιπλέον, πιστεύω ότι η απόφαση της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας, για την καθιέρωση της διασυνοδικής παρουσίας το 2009, θα έχει σημασία  όχι  μόνο για την επιτυχή οργάνωση της εκκλησιαστικής ζωής, αλλά, επίσης, θα χρησιμεύσει ως μια  πηγή νέων προσεγγίσεων για την ανάπτυξη του κοινοβουλευτικού συστήματος στην κοσμική κοινωνία.

Написать комментарий

 *
Введите текст, написанный на картинке:
captcha
Загрузить другую картинку
добавить на Яндекс добавить на Яндекс