Χρυσό απόθεμα
Οι αναγκαστικές λύσεις της συνεδρίασης των προκαθημένων και αντιπροσώπων των Ορθοδόξων Εκκλησιών στη Μόσχα το 194830 Μαρτίου 2010
Απεκκλησιασμός9 Οκτωβρίου 2009
Ενάντια...27 Απριλίου 2011
"Радио Богослов": первая передача
17.04.2012
интересно, когда-то существовало нечто подобное, но в молодежном сегменте, т.с.: http://www.tn.rpod...
16.04.2012
На ловца и зверь бежит (все равно думал вам написать). Сергей, я кстати с ваших первых статей начал ...
16.04.2012
С нетерпением ждем передачу "Религиография".
15.04.2012
С Великим Праздником Воскресения Христова! Давно вас читаю, но зарегистрировался только сейчас. Помо...
14.04.2012
Дорогие слушатели, просим не судить строго: но будем рады конструктивным замечаниям и предложениям.
Σκέψεις την περίοδο της Μεγάλης Τεσσαρακοστής
4.04.2012
Уважаемый Валерий Борисович!
О. Павел Великанов пишет об одном из искушений постящихся. Даже если с...
3.04.2012
Жабенко А.
Вы даже не поняли в чем незаконность. Печально. Она в нарушении не светских, а Божьих з...
2.04.2012
Уважаемый Валерий Борисович!Похвально, что Вы почитаете о. Павла. "Почитай отца твоего и мать", -- г...
31.03.2012
Жабенко А.
Нельзя использовать незаконные способы саморекламы, тем более на таком сайте и прикрывая...
29.03.2012
(прод.)
"...
Итак, отсюда можно сделать ясные выводы о том, как Господь желает, чтобы мы побеждали...
|
Η Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας. Φιλοξενούμενη στο δικό της σπίτι;[για εκτύπωση] [στο blog]
3 Απριλίου 2008
Πριν από μια εβδομάδα στις 26 Μαρτίου του 2008 πραγματοποιήθηκε
νέος γύρος συζητήσεων μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως.
Το πρακτορείο "Bogoslov.ru" δημοσιεύει μια σύντομη περίληψη της ιστορίας και
της σύγχρονης καταστάσεως της Ορθόδοξης Εκκλησίας της Εσθονίας η οποία
συντάχθηκε από έναν Εσθονό κληρικό που μας ενημερώνει για την κατάσταση από μέσα.
Ο πατήρ Ιγκόρ Πρέκουπ, προϊστάμενος του Ι. Ναού του Αγίου Νικολάου στο Κόπλυ
Η Ορθοδοξία, στο έδαφος της Εσθονίας, επί χιλιετία, διαμορφωνόταν στους κόλπους της Ρωσικής Εκκλησίας. Ήδη το 1030 από τον Ρώσο πρίγκιπα Γιαροσλάφ το Σοφό ιδρύθηκε η πόλη Γιούργιεφ (Tartu) με τους πρώτους ορθόδοξους ναούς. Η Ορθοδοξία εξαπλωνόταν στον τόπο ταυτόχρονα με τον ρωμαιοκαθολική πίστη την οποία κήρυτταν οι Φραγκισκανοί μοναχοί μέχρι το ΙΓ΄ αιώνα, όταν, με την επεκτατική πολιτική των Σταυροφόρων, η ορθόδοξη παράδοση βιαίως διακόπηκε. Ωστόσο, στο Tartu οι ορθόδοξοι έμειναν έως το 1472 όταν μαρτύρησαν ο ενοριακός ιερέας Ισίδωρος και οι 72 ενορίτες του (το ΙΣΤ΄ αιώνα, κατά την περίοδο του πολέμου με την Λιβονία, στο Tartu ιδρύθηκε κιόλας επισκοπική έδρα) και ο ιερέας Ιωάννης Σέσντικ (στην μοναχική κουρά Ιωνάς) δραπετεύοντας από εκεί έκτισε το μοναστήρι του Πσκώφ των Σπηλαίων. Ο ηγούμενος της Ιεράς αυτής Μονής, Κορνήλιος, εκήρυξε την ορθόδοξη πίστη όχι μόνο στους Εσθονούς, οι οποίοι κατοικούσαν στην γύρω περιοχή, αλλά έφθανε μέχρι και τη Νάρβα ιδρύοντας ενορίες στο Νεϋγάουζεν και αλλού.
Το νεοσύστατο Εσθονικό κράτος ήθελε, σε μία ανεξάρτητη χώρα, να υπάρχουν εξίσου ανεξάρτητες (διάβαζε: εξαρτημένες αποκλειστικά από αυτό) θρησκευτικές οντότητες και, επομένως, ασκούσε σχετική πολιτική πίεση στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας. Στους αθεϊστικούς διωγμούς και τις εκκλησιαστικές αναταραχές οφείλεται η έκκληση το 1923 εκ μέρους του Αρχιεπισκόπου Αλεξάνδρου στον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιο Μεταξάκη, για την παραχώρηση του αυτοκέφαλου στην Εσθονική Εκκλησία. Ο τελευταίος, όμως, έδωσε στην «Ορθόδοξη μητρόπολη της Εσθονίας» μόνο την αυτονομία στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως, δικαιολογώντας, στο σχετικό Τόμο, την αντικανονική του κίνηση (πρόσληψη χωρίς απολυτήριο από την Μητέρα Ρωσική Εκκλησία) με τις εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες εμπόδισαν προσωρινά την επικοινωνία μεταξύ της θυγατέρας Εκκλησίας και του Πατριαρχείου Μόσχας.Ο μόνος ρόλος που διαδραμάτισε στην περαιτέρω διαμόρφωση της Εσθονικής Ορθοδοξίας ο Τόμος του Πατριάρχη Μελετίου,ήταν να αποσπάσει το εσθονικό ποίμνιο από την Μητέρα Ρωσική Εκκλησία. Κατά τα άλλα, δεν εφαρμόσθηκε ποτέ στην Εσθονία. «Η Ορθόδοξη Μητρόπολη της Εσθονίας» επισήμως αυτοαποκαλούμενη «Η Εσθονική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία» (στο εξής ΕΑΟΕ) χωρίστηκε, σύμφωνα με τον Τόμο, όχι σε τρεις αλλά σε δυο επαρχίες, της Ταλλίνης και της Νάρβας. Να αναφερθεί ότι ο διαχωρισμός αυτός δεν πραγματοποιήθηκε βάσει εδαφικού κριτηρίου (κατά τους κανόνες της Εκκλησίας) αλλά εθνικού: η επαρχία Ταλλίνης αποτελείτο κατ΄ εξοχήν από τις εσθονικές και μικτές ενορίες (συμπεριλαμβανομένης και της Ι. Μόνης Πιούχτιτσυ στην άμεση διοίκηση του μητροπολίτη) ενώ η επαρχία Νάρβας, κατά πλειοψηφία, αποτελείτο από τις ρωσικές κοινότητες. Τέλος, ο Καταστατικός Χάρτης που ψηφίσθηκε το 1935, με όλα όσα περιείχε, αντιστοιχούσε μάλλον σε μια εντελώς αυτοτελή παρά σε μια αυτόνομη Εκκλησία. Στο κείμενο ούτε καν αναφέρεται εξάρτηση από το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως, ακόμα και στο σημείο εκείνο όπου γίνεται λόγος για την έγκριση εκλογής του καινούργιου Προκαθημένου. Μετά την πρόσληψη της Εσθονικής Ορθοδοξίας υπό το ωμοφόριό του, το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως δεν έκανε απολύτως τίποτε για την ενίσχυση της. Κανείς Ιεράρχης του Οικουμενικού Θρόνου δεν επισκέφθηκε την Εσθονία στην διάρκεια των 18 ετών (1923 -1941) της παραμονής της Εσθονικής Εκκλησίας στην δικαιοδοσία του. Όταν,το 1940, η Εσθονία προσαρτήθηκε στην Σοβιετική Ένωση, ο μητροπολίτης Αλέξανδρος, αφού ρώτησε όλους τους κληρικούς του, κατέβαλε προσπάθειες να επανενωθεί με τη Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία. Κατ΄αρχάς, υπολόγιζε ότι τα γεγονότα του 1923 θα εκληφθούν ως μη έχοντα κανονική σημασία, σαν να μην επρόκειτο για καμία παράβαση των εκκλησιαστικών κανόνων. Ο Άγιος Εσθονίας προέβαλε ισχυρισμούς ότι η ενότητα με την Μητέρα Ρωσική Εκκλησία όλα αυτα τα χρόνια υπήρχε. Όμως, ο επικεφαλής της τότε Ρωσικής Εκκλησίας, Μητροπολίτης Σέργιος Στραγκορόντσκυ, με όλη την αποφασιστικότητά του, δήλωσε ότι, ενώπιον της κρίσεως της Ιεράς Παραδόσεως, τα γενόμενα στην Εσθονία πρέπει να χαρακτηριστούν ως σχίσμα και, επομένως, για την επιστροφή χρειάζεται μετάνοια. Επίσης ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος προειδοποιήθηκε και για το αδύνατο διατηρήσεως του αυτόνομου καθεστώτος που παραχωρήθηκε από τον Πατριάρχη Τύχωνα, λαμβάνοντας υπόψη την ανεξάρτητη, τότε, Εσθονία. Αφού συζητήθηκαν οι όροι της προσλήψεως της Εσθονικής Εκκλησίας στο Πατριαρχείο Μόσχας και ο μητροπολίτης Αλέξανδρος, για δεύτερη φορά,υπέβαλε την αίτησή του να «καλυφθεί από την αγάπη εκείνη η ακούσια αμαρτία της αποσχίσεως», το 1941 η Εσθονική Εκκλησία επανενώθηκε με το Πατριαρχείο Μόσχας. Μόλις ξεκίνησε ο πόλεμος, ο μητροπολίτης Αλέξανδρος και πάλιν καταπάτησε τον όρκο του διακόπτοντας τις σχέσεις με το Πατριαρχείο Μόσχας. Μετά από πολλές προτροπές, με κοινή απόφαση όλων των τεσσάρων επισκόπων της Βαλτικής Εξαρχίας, στο μητροπολίτη Αλέξανδρο υπεβλήθη ποινή αργίας μαζί με την παραίτηση. Παρά ταύτα, χάρι στην πολιτική των Γερμανών, οι οποίοι είχαν ως σκοπό τη διαίρεση του ορθοδόξου πληθυσμού, κράτησε την εξουσία του πάνω στις εσθονόφωνες και μικτές ενορίες της επαρχίας Ταλλίνης. Το 1944 ο Μητροπολίτης Αλέξανδρος εγκατέλειψε την Εσθονία μαζί με τους 22 κληρικούς. Μέχρι το τέλος της ζωής του, το έτος 1953, στη Στοκχόλμη, ούτε ένα μήνυμα δεν απηύθυνε στους ορθοδόξους της Εσθονίας. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει την πεποίθηση ότι ο μητροπολίτης Αλέξανδρος έβλεπε τον εαυτό του αποκλειστικά ως επίσκοπο των προσφύγων, όσων δηλαδή εγκατέλειψαν τα όρια της κάποτε υπό την ποιμαντική του φροντίδα Εκκλησίας. Τελεία σ' αυτή την ιστορία, με βάση τους ιερούς κανόνες, έβαλε ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Δημήτριος, όταν, στην επιστολή του της 3ης Μαΐου 1978 προς τον Μητροπολίτη Σκανδιναβίας κ. Παύλο, αναγνώρισε ότι ο Τόμος του Πατριάρχη Μελετίου έπαυσε να ισχύει διότι «κατέστησαν εφικτές οι ομαλές κανονικές επαφές με την Αγιωτάτη Εκκλησία της Ρωσίας της οποίας και πριν η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Εσθονία αποτελούσε μέρος». Ο Μητροπολίτης Παύλος κράτησε την διοίκηση μόνο των υπερορίων εσθονικών ενοριών στην Σκανδιναβία. Το ρόλο του συντονιστικού κέντρου έπαιζε «Η Ιερά Σύνοδος της ΕΑΟΕ» η οποία δημιουργήθηκε το έτος 1948 στη Στοκχόλμη.
Το 1991 η Εσθονία απέκτησε και πάλιν την ανεξαρτησία της, όμως, και μετά την παύση της εξουσίας των μπολσεβίκων τα δείνα για την Εσθονική Εκκλησία συνεχίστηκαν. Το 1991, η Ορθόδοξη Εκκλησία στην Εσθονία εγγράφηκε επισήμως και, τον Ιούλιο του 1992 κατόπιν αποφάσεως του Δημοτικού Δικαστηρίου Ταλλίνης, αναγνωρίσθηκε ως υποκείμενο της μεταρρυθμίσεως της ιδιοκτησίας (έτσι στην Εσθονία αποκαλείτο η αποκατάσταση της περιουσίας). Τον Αύγουστο του ίδιου έτους, η Ιερά Σύνοδος της Ρωσικής Ορθοδόξου Εκκλησίας, προεδρεύοντος του Αγιωτάτου Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλεξίου, παρεχώρησε στην Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας «αυτοτέλεια στις εκκλησιαστικο-διοικητικές, εκκλησιαστικο-οικονομικές και εκκλησιαστικο-αστικές υποθέσεις». Έτσι, αποκατεστάθη πραγματικά η αυτονομία η οποία παραχωρήθηκε το 1920 στην Εσθονική Εκκλησία από τον Πατριάρχη Τύχωνα. Όμως, μια μικρή ομάδα κληρικών και λαϊκών δεν συμμορφώθηκε με την απόφαση αυτή και ανέπτυξε δράση προς την άλλη κατεύθυνση, δηλώνοντας ότι η επαρχία Ταλλίνης είναι μαριονέτα της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας η οποία διέκοψε την νόμιμη δραστηριότητα της ΕΑΟΕ στο εσθονικό χώρο. Ωστόσο, η τελευταία συνέχισε την δράση της στο εξωτερικό και, κατ΄αναλογία με την «κυβέρνηση εν εξορία» στη Στοκχόλμη, ιδρύθηκε η Υπερόριος Ιερά Σύνοδος της ΕΑΟΕ. Η αποκατάσταση της αυτονομίας συνδεόταν οπωσδήποτε με την έξοδο από το Πατριαρχείο Μόσχας. Οι υποστηρικτές αυτής της γνώμης έβλεπαν τα της Εκκλησίας μέσα από το πρίσμα των κοσμικών στερεοτύπων, βάσει, όχι των εντολών του Ευαγγελίου ούτε της παράδοσης της Εκκλησίας, αλλά στις χαρακτηριστικές για την εποχή αντιλήψεις και τάσεις.
Στις 29 Απριλίου
1993, στην Τοπική Σύνοδο της Εσθονικής Εκκλησίας, μέσα σε πανηγυρική ατμόσφαιρα,
ο Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλέξιος Β΄ της απένειμε Τόμο με τον οποίο
αποκαταστάθηκε η αυτονομία. Με αυτήν την ενέργεια, η διαδικασία της επικυρώσεως
του καθεστώτος αυτοτέλειας, τελικά, ολοκληρώθηκε. Το Υπουργείο Εσωτερικών της Εσθονίας
έλαβε εγκαίρως σχετική ενημέρωση και ειδοποιήθηκε ότι ο Καταστατικός Χάρτης της
ΕΑΟΕ του 1935, αυτή τη στιγμή, γίνεται αντικείμενο επεξεργασίας ώστε να
ανταποκριθεί στην πραγματικότητα της εποχής, προκειμένου το καινούργιο κείμενο σύντομα
να παραδοθεί για εγγραφή. Εντούτοις, τον Αύγουστο του αυτού έτους, για λόγους πολιτικούς,
υπό την ιστορική ονομασία «Εσθονική Αποστολική Ορθόδοξη Εκκλησία» εγγράφηκε από
το Υπουργείο Εσωτερικών της Εσθονίας οντότητα η οποία αρχικώς αποτελείτο από
μερικές ενορίες της «Συνόδου Στοκχόλμης».
Η Εσθονική Ορθόδοξη
Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας αναγνωρίσθηκε από το κράτος μόνο το 2002, μετά
από πολλές και δύσκολες συνομιλίες στην πορεία των οποίων, επανειλημμένως, επικεντρωνόταν
η προσοχή στις απαράδεκτες παραβάσεις των δικαιωμάτων της δεύτερης, σε αριθμό πιστών
(μετά την Εσθονική Ευαγγελική Λουθηρανική Εκκλησία) θρησκευτικής κοινότητας της
χώρας. Η φοβερή πίεση ασκήθηκε στις ενορίες που δεν εντάχθηκαν στην «Σύνοδο Στοκχόλμης».
Αυτές, επίσης, δέχθηκαν και επίσημες απειλές για κλείσιμο τους. Στη συκοφαντική
εκστρατεία κατά της μαρτυρικής Εκκλησίας, η οποία ονομάστηκε «κατοχική», στους ομολογητές
οι οποίοι, στους αθεϊστικούς διωγμούς, κατά το δυνατόν, φύλαξαν πίστη και ναούς,
έριξαν λάσπη για συνεργατισμό με τον εχθρό, ενώ, σ'αυτούς οι οποίοι, ξεφεύγοντας
από την καταπίεση, πήγαν στο εξωτερικό, αποδόθηκαν μαρτυρικά στεφάνια.
Προβάλλοντας την απαίτηση: «ο Κορνήλιος πρέπει να καταδικασθεί!» και
δημοσιεύοντας εξευτελιστικές γελοιογραφίες, ο κίτρινος τύπος λησμονούσε ότι στο
εδώλιο του κατηγορουμένου ο Σεβασμιώτατος Κορνήλιος ήδη βρέθηκε μια φορά κατά
την σοβιετική περίοδο και μάλιστα καταδικάσθηκε ακριβώς για την ποιμαντική του
δράση σε στρατόπεδο συγκεντρώσεων.
Στις 20 Φεβρουαρίου
1996, ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως επισήμως δέχθηκε κάτω από το ωμοφόριο του
τους σχισματικούς κληρικούς και λαϊκούς της Εσθονικής Εκκλησίας κηρύττοντας την
σύσταση στην Εσθονία της δικαιοδοσίας του. Ως απάντηση, ακολούθησε η διακοπή της
κοινωνίας μεταξύ των Πατριαρχείων Μόσχας και Κωνσταντινουπόλεως, η οποία
αποκατεστάθη το ίδιο έτος, κατόπιν διμερών συνομιλιών στη Ζυρίχη. Το Πατριαρχείο
Μόσχας, με σκοπό να αποφευχθεί το σχίσμα της Οικουμενικής Ορθοδοξίας, έκανε πολύ
μεγάλη υποχώρηση με την συγκατάθεσή του να γίνει διαμερισμός (ισότιμος από αστική,
νομική και περιουσιακή πλευρά) της Ορθοδοξίας στην Εσθονία σύμφωνα με το θέλημα
των ενοριών, να αρθεί η αργία των κληρικών που παραβίασαν τον όρκο τους καθώς επίσης,
στις αμφισβητούμενες ενορίες οι ακολουθίες να τελούνται εναλλάξ. Το Πατριαρχείο
Μόσχας εκπλήρωσε όλους τους όρους ενώ η άλλη πλευρά δεν εκπλήρωσε τίποτε.
Ωστόσο, οι συνομιλίες συνεχίστηκαν. Το Φεβρουάριο 2001, οι δύο αντιπροσωπίες υπέγραψαν
στο Βερολίνο σχέδιο συμφωνίας το οποίο προέβλεπε την ομαλοποίηση των σχέσεων μεταξύ
των δύο δικαιοδοσιών και την διευθέτηση του ζητήματος των εκκλησιαστικών
οικοδομημάτων στο πνεύμα των συμφωνιών της Ζυρίχης. Λίγες μέρες μετά, το σχέδιο
αυτό επικυρώθηκε από την Ιερά Σύνοδο της Ρωσικής Ορθόδοξης Εκκλησίας. Ποια όμως
ήταν η αντίδραση της Κωνσταντινουπόλεως;.. Με την πάροδο του χρόνου ο εκπρόσωπος
του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στην Εσθονία δήλωσε ότι η Ρωσική Ορθόδοξη Εκκλησία
παρερμήνευσε τις συμφωνίες της Ζυρίχης ώστε δεν μπορεί να γίνει λόγος για κάποια
ισοτιμία... Κατά την ένταξη της ΕΑΟΕ στο Συμβούλιο Εκκλησιών της Εσθονίας, ο μητροπολίτης Στέφανος υποσχέθηκε να μην εμποδίσει την επιστροφή μας στον οργανισμό αυτό, του οποίου είμαστε ιδρυτικό μέλος, όμως, λόγω της ελλείψεως της εγγραφής, δεν καθίστατο δυνατόν, προσωρινά, να συμμετάσχουμε στο Συμβούλιο. Αλλά, μόλις το ζήτημα αυτό έγινε επίκαιρο, η υπόσχεση από τον κ. Στέφανο αμέσως λησμονήθηκε...Τι να πούμε ακόμα και για μια άλλη ενέργεια του μητροπολίτου Στεφάνου ο οποίος, το 2006, δημοσίευσε στην ελληνική εφημερίδα «Το Βήμα» άρθρο, όπου ο Πατριάρχης Αλέξιος Β΄ κατηγορείται ως «υποστηρικτής του σιωνιστικού συστήματος» και διώκτης της Εσθονικής Ορθοδοξίας;
Το 2002 η Εκκλησία
μας εγγράφηκε από το Υπουργείο Εσωτερικών της Εσθονίας, με την ονομασία
«Εσθονική Ορθόδοξη Εκκλησία του Πατριαρχείου Μόσχας». Για λόγους εγγραφής του
Καταστατικού μας Χάρτη, απορρίψαμε, αναγκαστικά, την ιστορική ονομασία της «Εσθονικής
Αποστολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας». Συντόμως υπογράφηκαν Πρωτόκολλα Εκδήλωσης Προθέσεων
μεταξύ της Δημοκρατίας της Εσθονίας και των ΕΑΟΕ της Κωνσταντινουπόλεως και ΕΟΕ
του Πατριαρχείου Μόσχας. Επιτεύχθηκε συμφωνία σχετικά με εκείνους από τους ναούς
μας οι οποίοι, με την αποκατάσταση, έπρεπε να παραχωρηθούν στην δικαιοδοσία
Κωνσταντινουπόλεως όπου οι ενορίτες δεν ήθελαν να διακοπεί η κανονική σχέση με
το Πατριαρχείο Μόσχας. Οι εκκλησίες αυτές, αφού οι αρχές προσέφεραν στην ΕΑΟΕ σημαντικό
ποσό «για την συντήρηση των αντικειμένων λατρείας», πάλιν επιστράφηκαν στο
κράτος το οποίο, με τη σειρά του, τις
ενοικίασε στις ίδιες ενορίες μας και τώρα εκεί τελούνται ακολουθίες. Να αναφερθεί ότι η ΕΑΟΕ έχει ήδη λάβει στην ιδιοκτησία της όχι μόνο όλα τα εκκλησιαστικά κτίρια αλλά και οικόπεδα και κατοικίες. Όλα αυτά, ιστορικά, ανήκαν στις ενορίες μας... Πολλά απ΄ αυτά έχουν ήδη ξεπουληθεί. Δοξάζουμε το Θεό για την νομιμοποίηση, το 2002, της Εκκλησίας μας και, από καρδιάς ,ευγνωμονούμε όσους συνεισέφεραν στην υλοποίηση της και εξακολουθούν να ενδιαφέρονται να παύσει εντελώς αυτή η σύγκρουση και είναι πρόθυμοι για τις επόμενες νόμιμες ενέργειες στην κατεύθυνση αυτή. Ελπίζουμε στην καλή θέληση από πλευράς της ΕΑΟΕ ο επικεφαλής της οποίας ,μητροπολίτης Στέφανος, επανειλημμένως αναλάμβανε πρωτοβουλίες με σκοπό να έχουμε πλήρη εκκλησιαστική κοινωνία (συλλείτουργο κληρικών, Θεία Κοινωνία κλπ.). Όμως, κάθε φορά του ξεκαθαρίζαμε την θέση της Ρωσικής Εκκλησίας και του Αγιωτάτου Πατριάρχη Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλεξίου Β,΄ ότι η επίλυση του ζητήματος αυτού τελεί σε άμεση συνάρτηση με την υλοποίηση των συμφωνιών της Ζυρίχης. Είναι σημαντικό να γίνουμε κατανοητοί: θέτοντας τον όρο για την κοινωνία μας με την ΕΑΟΕ, της υλοποίησης εκ μέρους της των συμφωνηθέντων στη Ζυρίχη για τον ισότιμο διαμερισμό, δεν αγωνιζόμαστε για τα υλικά συμφέροντα όπως το παρουσιάζουν οι αντίπαλοί μας. Εάν μας προτείνουν να παραχωρήσουν τους δικούς μας ναούς στην ιδιοκτησία μας, ως αντάλλαγμα για την αναγνώριση της αυτονομίας της Εκκλησίας τους από το Πατριαρχείο Μόσχας, εμείς δεν κάνουμε αντικείμενο εμπορίου την κανονική αλήθεια. Η αλλαγή του περιουσιακού καθεστώτος, η μετάβαση από την κατάσταση ενοικιαστού των ναών που χτίστηκαν από τους προγόνους μας σε κατάσταση ιδιοκτήτη είναι θέμα αρχών και όχι υλικού συμφέροντος. Το σχίσμα μπορεί να επουλωθεί μόνο στην περίπτωση κατά την οποία θα καταστεί δυνατόν να διορθωθούν οι ολέθριες συνέπειες νομικής και περιουσιακής φύσεως.
Η εξέταση
από τα δυο Πατριαρχεία του προβλήματος της διευθετήσεως του κανονικού καθεστώτος
της Εσθονικής Ορθοδοξίας, συμπεριλαμβανομένων και των σχέσεων της Εκκλησίας μας
με την εκκλησιαστική οντότητα στην δικαιοδοσία του Πατριαρχείου
Κωνσταντινουπόλεως, η οποία αναγνωρίζεται από το τελευταίο ως αυτόνομη Εκκλησία,
μπορεί να γίνει στην επόμενη φάση του διαλόγου. Όμως, η ιδέα της περιεκτικής συζητήσεως
του θέματος αυτού δεν συμβιβάζεται καθόλου με την αξιοπρέπεια μας και την
υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων του ποιμνίου μας, πριν υλοποιηθούν οι
συμφωνίες της Ζυρίχης τις οποίες το Πατριαρχείο Μόσχας θεωρεί ως μια άκρα
υποχώρηση, με σκοπό να αποτραπεί αδιόρθωτο σχίσμα στο σύνολο της Ορθοδοξίας.
Δεν θέλουμε να δημιουργούμε απλά μόνο αίσθημα ευτυχίας αλλά προσδοκούμε να πετύχουμε
την πλήρη κοινωνία για να πούμε ο ένας στον άλλο, με όλη την ψυχή μας: «Χριστός
εν μέσω ημών! Και εστίν και έσται!».
να γράψω σχόλιο
Архимандриту-доценту Павлу
Вы, отче, очень скоры на критику, это довольно регулярная Ваша проблема в комментариях на нашем сайте. Впредь, прежде чем что-то писать, постарайтесь получить достоверную информацию. Статья была опубликована на сайте Богослов.Ru еще в начале апреля 2008 года (дата публикация стоит в начале статьи). А затем уже была перепечатана на orthodoxeurope.org, egliserusse.eu и других сайтах. При появлении избыточного числа некорректных комментариев с Вашей стороны, Вы можете быть забанены. να απαντήσω
"Заголовок статьи - редакция «Богослов.Ru»". Это неверно - статья уже появилась в сайте:
http://www.orthodoxeurope.org/oeru/1/5/1/131.aspx να απαντήσω
Спасибо большое за разъяснения. А по поводу митрополита Латвии - это, так сказать, за что купил, за то продал: мне так сказали, я по наивности и поверил.
να απαντήσω
++православный митрополит Латвии как будто не знает латышского языка. Надеюсь, в Эстонии иначе++
С чего бы это? Он вообще-то уроженец ещё довоенной, и тем самым - досоветской Латвии, госязыком владеет свободно. Никакой православный национализм (который Вы так упорно путаете с шовинизмом) тут невозможен по чисто объективным обстоятельствам. να απαντήσω
Автору. Дорогой батюшка!
Я ни в коем случае Вас не хотел обидеть и мое знание именно эстонской ситуации слабое. Сейчас я учусь с лютеранином из Латвии (его магистерская работа - о причинах перехода в православие, он и сам чуть не перешел), так он интересные вещи рассказывал о православных: есть человек (Яныс Калныш), который много православных книг перевел на местный. И другие люди там есть продвинутые. Мне кажется, это очень правильный путь, и для Эстонии, и для Украины... Просто я лично очень болезненно отношусь к тенденции шовинизма. Православие - это ведь всемирная религия, и вообще наш Бог всю Вселенную сотворил... Некоторые вещи мне в голову не вмещаются. Например, православный митрополит Латвии как будто не знает латышского языка. Надеюсь, в Эстонии иначе. А благодаря упоминавшейся знакомой я познакомился с Таллином и Пюхтицами, и это оставило свой хороший след. :) Простите, если обидел. να απαντήσω
Сергею из Гейдельберга
***У меня впечатление, что местные православные Московского патриархата - обычно этнически русские, государственный язык учить отказываются...*** Впечатление Ваше ошибочное. Не то, чтобы все жаждали овладеть госязыком, но многие стараются, а получается только у некоторых. Причин к тому много и далеко не все они в нежелании или тупости «понаехавших». *** У меня знакомая матушка - она эстонка. Так ей несмотря на годы учебы в Питере богослужебный славянский очень сложен. А каких-то уступок на сей счет не планируется.*** Я понимаю, о ком Вы:) Она у нас одна соответствует перечисленным признакам. Только при чем тут церковно-славянский как язык богослужения и нежелание отдельных маргиналов учить эстонский? Они с мужем на русском приходе, потому и служба на церковно-славянском. А на эстонском приходе служат по-эстонски, в Таллиннском соборе св. Александра Невского служатся службы и на церковно-славянском, и смешанно, и раз в неделю (по субботам) на эстонском. ***Вот и получается противостояние титульной нации и государства, с одной стороны, и православных русского происхождения с другой.*** Да вовсе одно из другого не следует. Мы могли бы сплошь только по-русски говорить, но приходы наши не были бы арендаторами в своих же храмах, если бы только уступили давлению и признали бы, что политическая афера – это и есть восстановление правопреемной Церкви, а до того здесь действовала оккупационная структура, из которой надо выйти, «отряхнув ее прах с наших ног». ***Но она уж точно вполне логичная.*** Логичная – да. Только логика их исходит из ложных посылок. Что по правилам формальной логики не отменяет истинности суждений, если они логично же выведены из посылки, однако, мы не формально-логический анализ проводим, а говорим о правде и кривде; не логичность оцениваем, а даем нравственную и правовую оценку. να απαντήσω
Язык отказываются учить жители русских гетто, которые сами их и создали, смирившиеся с существованием таковых и комфортно там себя ощущающие - не претендующие на получение достойного образования и достойной работы, которым и так хорошо. Остальные - наравне с прочими гражданами. Это по поводу национального. А в отношении православных - так в той же Латвии и Литве их не меньше из местного населения, чем русских. Особенно если сравнивать с теми в числе последних, для которых "как ни придёшь в храм - всё у вас одно "Христос воскресе" поют". В Латвии латышские (условно-этнически) православные приходы и служат на латышском, и стиль у них - о ужас! - новый. И никому это не мешает.
να απαντήσω
Это все хорошо. Но у меня есть знакомые и в Эстонии, и в других странах Прибалтики. У меня впечатление, что местные православные Московского патриархата - обычно этнически русские, государственный язык учить отказываются... У меня знакомая матушка - она эстонка. Так ей несмотря на годы учебы в Питере богослужебный славянский очень сложен. А каких-то уступок на сей счет не планируется. Есть ряд и других нюансов. Вот и получается противостояние титульной нации и государства, с одной стороны, и православных русского происхождения с другой.
Я не говорю, что государственная политика там правильная. Но она уж точно вполне логичная. А то, что Россию нечего опасаться - это так только из России кажется. να απαντήσω
|
Ειδήσεις
Τετάρτη, 23 Μαΐου
Δευτέρα, 21 Μαΐου
Πέμπτη, 17 Μαΐου
|

Το έτος 1920 ο Αγιώτατος Πατριάρχης Ρωσίας Τύχων παρεχώρησε αυτονομία στην νεοσύστατη
Ορθόδοξη Εκκλησία της Εσθονίας. Από τους κόλπους της εξελέγη ο ιερέας Αλέξανδρος
Πάουλους, ο οποίος, στο τέλος του ίδιου έτους, χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον Αρχιεπίσκοπο
Πσκώφ Ευσέβιο και τον επίσκοπο Φινλανδίας Σεραφείμ και ενθρονίσθηκε στην αρχιεπισκοπή
Ρέβελ, αφού ορκίσθηκε ενώπιον του Πατριάρχη Μόσχας και όλης της ιεραρχίας της Ρωσικής
Ορθόδοξης Εκκλησίας.
Εν τω μεταξύ, στην Εσθονία
ήταν σε εξέλιξη η «οικοδόμηση του κομμουνισμού» η οποία συμπεριελάμβανε και τον
αδυσώπητο πόλεμο κατά της θρησκείας. Στην προσπάθεια προσαρμογής στις
εξωτερικές συγκυρίες, η Εσθονική Εκκλησία άλλαζε την θέση της, την ονομασία,
την εξωτερική διάρθρωση, και, αδιακόπτως τελώντας την διακονία της, κράτησε,
παρά τους αθεϊστικούς διωγμούς, την ουσία της αναλλοίωτη. Ο Αγιώτατος
Πατριάρχης Μόσχας και πάσης Ρωσίας Αλέξιος Β΄ είναι ένας από αυτούς που, κατά την
σοβιετική εποχή, έσωσαν την Εκκλησία της Εσθονίας από τον αφανισμό. Αυτός χρημάτισε
επίσκοπος Ταλλίνης επί 29 έτη (1961-1990), περισσότερα από όλους τους άλλους
επισκόπους Εσθονίας. Κατάφερε σε δυσχερέστατες συνθήκες να υπερασπιστεί και να
αποτρέψει το κλείσιμο του Καθεδρικού Ναού Ταλλίνης, του Αγίου Αλεξάνδρου
Νιέβσκυ, της Ι.Μονής Κοιμήσεως Θεοτόκου Πιούχτιτσυ και πολλών άλλων Ιερών Ναών.











