Функционирует при финансовой поддержке Федерального агентства по печати и массовым коммуникациям
Χρυσό απόθεμα

Σχετικά με την πρόσφατη αλληλογραφία μεταξύ των Προκαθημένων των δυο κατά τόπους Εκκλησιών του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως και της Εκκλησίας Τσεχίας και Σλοβακίας

5 Μαΐου 2012
Τον Μάρτιο 2012 έχει δημοσιευθεί η αλληλογραφία μεταξύ των Προκαθημένων των δυο κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών: του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου και του Μητροπολίτου Τσεχίας και Σλοβακίας Χριστοφόρου. Το ενδιαφέρον δι΄αυτήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας οφείλεται  αποκλειστικά στο γεγονός ότι η αλληλογραφία άπτεται της μετοχής της Ρωσικής Εκκλησίας στην καθιέρωση καθεστώτος, το οποίο κατά το παρόν απολαμβάνει η Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας και ταυτόχρονα, καθώς αποδεικνύεται, η εκτίμηση και από τους δυο ανταποκριτές του ρόλου της Ρωσικής Εκκλησίας στην χορήγηση του καθεστώτος του Αυτοκεφάλου της δεν είναι αρκετά ορθή.

Τον Μάρτιο 2012 έχει δημοσιευθεί η αλληλογραφία μεταξύ των Προκαθημένων των δυο κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών: του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου και του Μητροπολίτου Τσεχίας και Σλοβακίας Χριστοφόρου. Το ενδιαφέρον δι΄αυτήν της Ορθοδόξου Εκκλησίας της Ρωσίας οφείλεται  αποκλειστικά στο γεγονός ότι η αλληλογραφία άπτεται της μετοχής της Ρωσικής Εκκλησίας στην καθιέρωση καθεστώτος, το οποίο κατά το παρόν απολαμβάνει η Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας και ταυτόχρονα, καθώς αποδεικνύεται, η εκτίμηση και από τους δυο ανταποκριτές του ρόλου της Ρωσικής Εκκλησίας στην χορήγηση του καθεστώτος του Αυτοκεφάλου της, διά να το θέσουμε ήπια, δεν είναι αρκετά ορθή: από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας δύναται να συμπεράνει κανείς ότι το ορθό από κανονικής απόψεως καθεστώς του Αυτοκεφάλου απέκτησε η Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας μόνο διά της εκδόσεως του Πατριαρχικού και Συνοδικού Τόμου της 27ης Αυγούστου 1998.   

Έφοσον όμως στην όντως πραγματική και όχι φανταστική ή εικονική ιστορία η Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας απολάμβανε και παλαιότερα το χορηγηθέν σε αυτή το έτος 1951 από την κυρίαρχη Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας Αυτοκέφαλο, παρά την κατ΄επίφασιν διά της εκδόσεως της πράξεως της 27ης Αυγούστου 1998 χορήγηση του Αυτοκεφάλου, στην πραγματικότητα αυτή η πράξη μπόρεσε να σημαίνει μόνο την αναγνώριση του παλαιότερα διαμορφωθέντος status quo, διότι τυγχάνει αδύνατη η δωρεά εκείνου, το οποίο ήδη κατέχει αυτός στον οποίο προσφέρεται η υποτιθέμενη δωρεά. Στην επιστολή του ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίος παραπέμπει στο Γράμμα του αποδέκτη του της 25ης Ιουλίου 1998, όπου αναφέρεται ότι « ἡ Ἐκκλησία τῆς Τσεχοσλοβακίας ἔλαβε τό αὐτοκέφαλον ἐν ἔτει,αϠνα’ ἀπό τήν Ἐκκλησίαν τῆς Ρωσσίας ὡς μοναδικήν λύσιν ἐπιβιώσεως ἐντός τοῦ κομμουνιστικοῦ περιβάλλοντος ». Επομένως το Γράμμα αυτό δεν αμφισβητεί το προφανές γεγονός της απονομής από την Εκκλησία της Ρωσίας Αυτοκεφάλου στην Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας, απονομής, υπαγορευμένης από τη μητρική μέριμνα διά την «επιβίωση» αυτής. Τα αναφερθέντα στο ως άνω Γράμμα «πρωτεία τιμής» του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως αναγνωρίζονται από όλες τις κατά τόπους Ορθόδοξες Εκκλησίας και δεν αποτελούν αντικείμενο πολεμικής εντός της Ορθοδοξίας. Είναι επίσης σαφές ότι ο περιοριστικός ορισμός των πρωτείων του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως ως πρωτείων μόνο τιμής καθιστά αδικαιολόγητη και στερημένη λογικής την ερμηνεία αυτών ως συνδεδεμένων προς την εξουσία επί των λοιπών κατά τόπους Ορθοδόξων Εκκλησιών.    

Ιδιαίτερης προσοχής χρήζει το θέμα εάν είναι όντως η Μήτηρ όλων των Σλαβικών Εκκλησιών η Εκκλησία της Κωνσταντινουπόλεως. Δια τις Εκκλησίες της Ρωσίας και της Βουλγαρίας αυτό ισχύει άμεσα. Σημαντικό είναι όμως να μην υποκαθίσταται η ιστορική πλευρά της υποθέσεως, εκφραζόμενη στη μητρότητα μιας Εκκλησίας σε σχέση με μια άλλη, από την κανονική εξάρτηση της θυγατέρας Εκκλησίας από τη Μητέρα Εκκλησία, η οποία η εξάρτηση καταργείται από τη στιγμή της απονομής του Αυτοκεφάλου. Αλλά και από ιστορικής απόψεως δεν υπάρχει προφανής απάντηση στην ερώτηση εάν το Πατριαρχείο Κωνσταντινουπόλεως είναι η Μητέρα δια την Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας. Είναι μεγάλος και αναμφισβήτητος ο ρόλος των απεσταλμένων από τον Πατριάρχη Φώτιο στη Μοραβία Ισαποστόλων αδελφών Κυρίλλου και Μεθοδίου στο διά του Ευαγγελίου φωτισμό των Μοράβων, των Τσέχων, των Σλοβάκων και των Σλάβων της Πανοννίας στη μητρική τους γλώσσα, αλλά είναι αδύνατο να ισχυρίζεται κανείς ότι ο χριστιανισμός εκεί πριν την έλευσή τους στη Μοραβία ήταν εντελώς άγνωστος και ότι τα εδάφη εκείνα ευρίσκονταν εκτός εδαφικής οργάνωσης της ακόμα μίας τότε Οικουμενικής Ορθοδόξου Εκκλησίας της Δύσεως και της Ανατολής. Προβληματικές ήταν οι σχέσεις των Αγίων Θεσσαλονικέων αδελφών με την τοπική λατινόφωνη Ιεραρχία Γερμανικής καταγωγής. Οι Φωτιστές των Σλάβων χλευάσθηκαν, υπέστησαν διώξεις από μέρους της αλλά την επίλυση της διαφοράς την αναζητούσαν από τη Ρώμη, όχι βέβαια επειδή ήταν παπιστές ορμώμενοι από την εσφαλμένη ιδέα περί της καθολικής δικαιοδοσίας της Ρωμαϊκής Έδρας, αλλά επειδή το έδαφος, όπου δραστηριοποιούνταν, το έβλεπαν ως τοπική δικαιοδοσία του Επισκόπου Ρώμης ως Πατριάρχου της Δύσεως. Πηγάζοντας ακόμα από το επίμαχο ζήτημα της εδαφικής αρμοδιότητας της Ρώμης ή της Κωνσταντινουπόλεως επί της Κεντρικής Ευρώπης εξακολουθεί να υπάρχει προφανές το γεγονός ότι στις επόμενες σχεδόν δυο εκατονταετίες της εκκλησιαστικής ενότητας μεταξύ Δύσεως και Ανατολής δεν ελήφθησαν μέτρα από πλευράς του Θρόνου της Κωνσταντινουπόλεως διά την ένταξη στη δικαιοδοσία του της Τσεχίας, της Μοραβίας και της Πανοννίας. Σε τελική ανάλυση μετά από κακότυχο γεγονός του 1054 η Ορθόδοξη Εκκλησία απώλεσε το έδαφος αυτό.    

Επίσης δε γνωρίζουμε τίποτε διά τη συμβολή του Πατριαρχείου Κωνσταντινουπόλεως στις ενέργειες οι οποίες απέβλεπαν στη συγκρότηση των χριστιανικών Ορθοδόξων κοινοτήτων μεταξύ των Τσέχων και των Σλοβάκων το 19 αιώνα και στις αρχές του 20 αιώνα, ενώ τυγχάνει πολύ γνωστή η συμβολή στην υπόθεση της Ρωσικής Εκκλησίας και εν συνεχεία των σερβόφωνων Εκκλησιών, υπαρχουσών στο έδαφος της Αύστρο-Ουγγαρίας. Μετά το Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο και την ίδρυση του κράτους της Τσεχοσλοβακίας υπερπολλαπλασιάσθηκε εντός αυτού ο αριθμός των χριστιανικών Ορθοδόξων κοινοτήτων συγκριτικά με την εποχή της Αυτοκρατορίας της Αυστρο-Ουγγαρίας. Στη διαδικασία αυτή συνέβαλαν διαφορετικοί παράγοντες: η επαναφορά στους κόλπους της Ορθοδοξίας των ουνιτών της Ανατολικής Σλοβακίας-Καρπαθορωσίας, η προσχώρηση στην Ορθοδοξία των αποσχισθέντων από τη Ρωμαιοκαθολική Εκκλησία κληρικών και λαϊκών Τσεχικής καταγωγής, η μαζική μετανάστευση από τη Ρωσία, σε ένα από τα κέντρα της οποίας  ανεδείχθη η Πράγα. Συν τω χρώνο στην Τσεχοσλοβακία δημιουργήθηκαν Ορθόδοξες δικαιοδοσίες: της Σερβικής Εκκλησίας με Επικεφαλής τον Άγιο Επίσκοπο Γκοράζντ, οι ρωσικές ενορίες με επικεφαλής τον Επίσκοπο Σέργιο στη δικαιοδοσία αρχικά της Ιεράς Συνόδου της Ρωσικής Εκκλησίας της Διασποράς και η ούτως λεγομένη «Τσεχική Ορθόδοξη Κοινότητα» με Επικεφαλής τον Αρχιμανδρίτη Σαββάτιο, τον οποίο το έτος 1923 χειροτόνησε σε Επίσκοπο ο Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως Μελέτιος και διόρισε Αρχιεπίσκοπο Πράγας και πάσης Τσεχοσλοβακίας. Η πλειοψηφία των Ορθοδόξων χριστιανών της Τσεχοσλοβακίας υπάγονταν στη δικαιοδοσία του Επισκόπου Γκοράζντ, ο οποίος εκτελέσθηκε από τους φασίστες το 1942.

Έκτοτε υπό συνθήκες κατοχής οι Ορθόδοξες ενορίες της Τσεχοσλοβακίας βρέθηκαν σε δυσχερή κατάσταση η οποία παρέμεινε έτσι για διάφορους λόγους και τα πρώτα μεταπολεμικά χρόνια. Αυτός είναι ο λόγος διατί το 1946 η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Σερβικής Εκκλησίας έδωσε τη συγκατάθεσή της όπως σταλεί στην Τσεχοσλοβακία Επίσκοπος του Πατριαρχείου Μόσχας διά να τεθεί προσωρινά επικεφαλής της επαρχίας της Τσεχίας. Διά της πράξεως της 15ης Μαΐου 1948 η Σύνοδος της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Σερβίας άφησε την Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας να υπαχθεί στη δικαιοδοσία του Πατριαρχείου Μόσχας. Της παραχωρήθηκε το καθεστώς της εξαρχίας. Στις 23 Νοεμβρίου 1951 η Ορθόδοξη Εκκλησία της Ρωσίας χορήγησε Αυτοκέφαλο στην Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας. Αυτά είναι γεγονότα. Αυτή είναι η πραγματική ιστορία παραχωρήσεως του κανονικά νόμιμου Αυτοκεφάλου καθεστώτος στην Εκκλησία Τσεχίας και Σλοβακίας. Γι΄αυτό, επαναλαμβάνουμε, ο Πατριαρχικός και Συνοδικός Τόμος της 27ης Αυγούστου 1998, αν και έχει μορφή πράξεως χορηγήσεως του Αυτοκεφάλου, από αντικειμενικής απόψεως, λόγω του ότι μέχρι τότε η Ορθόδοξη Εκκλησία της Τσεχοσλοβακίας σχεδόν για μια πενηνταετία απολάμβανε ήδη το καθεστώς πλήρους Αυτοκεφάλου, δε μπορούσε να έχει άλλη σημασία από την αναγνώριση αυτού του Αυτοκεφάλου.     

Εν πάση περιπτώσῃ το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας Τσεχίας και Σλοβακίας αναγνωρίζεται σήμερα από το Ορθόδοξο πλήρωμα. Σε σχέση με αυτά προκαλεί απορία η περιλαμβανόμενη στην Επιστολή του Πατριάρχου Κωνσταντινουπόλεως Βαρθολομαίου προς τον Μητροπολίτη Τσεχίας και Σλοβακίας Χριστοφόρο απειλή διά της οποίας ο Πατριάρχης «θέλει προβῆ εἰς τήν ἄρσιν τοῦ χορηγηθέντος τῇ Ὑμετέρᾳ Ἐκκλησίᾳ...κανονικοῦ αὐτοκεφάλου, θά ἐπαναφέρῃ τήν Ἐκκλησίαν Τσεχίας καί Σλοβακίας εἰς τήν πρό τῆς κανονικῆς ταύτης πράξεως τάξιν τῶν Αὐτονόμων Ἐκκλησιῶν (την οποία εκ των πραγμάτων ποτέ δεν είχε, διότι πριν γίνει Αυτοκέφαλη η Εκκλησία αυτή απολάμβανε το καθεστώς της εξαρχίας – Β.Τσ.) καί θά διαγράψῃ αὐτήν ἐκ τῆς ἥν κατέχει δεκάτης τετάρτης θέσεως εἰς τήν τάξιν τῶν Ἱερῶν Διπτύχων».

Εν τω μεταξύ από της φύσεως των πραγμάτων μια Αυτοκέφαλος Εκκλησία δε μπορεί να τελεί σε εξάρτηση από μια άλλη τοπική Εκκλησία και υπόκειται μόνο στην Οικουμενική Σύνοδο. Ακόμα περισσότερα, καμία άλλη τοπική Εκκλησία διά της εξουσίας της δύναται να άρει το Αυτοκέφαλό της. Από την ιστορία της Εκκλησία είναι γνωστές οι περιπτώσεις εκούσιας αποκηρύξεως του Αυτοκεφάλου από την ίδια η Εκκλησία για λόγους πολιτικούς: π.χ. μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πολεμο και τη σύσταση του Βασιλείου των Σέρβων, Κροατών και Σλοβένων (αργότερα της Γιουγκοσλαβίας) οι τοπικές Εκκλησίες ευρισκόμενες στο έδαφός του υπήχθησαν στη δικαιοδοσία της μιας Σερβικής Εκκλησίας, αλλά πρόκειται για την οικειοθελή ενέργεια των Εκκλησιών.

Με όλη τη σαφήνεια κανόνας που αφορά στο αδύνατο της άρσεως του Αυτοκεφάλου παρά το θέλημα της ίδιας Αυτοκεφάλου Εκκλησίας συνετάχθη από την Γ΄ Οικουκενική Σύνοδο. Η 8ος κανόνας της Συνόδου κυρώνει το Αυτοκέφαλο της Εκκλησίας της Κύπρου, αμφισβητούμενο από το Θρόνο της Αντιοχείας, ο οποίος διεκδικούσε τη δικαιοδοσία επί της Κύπρου. Με την επιβεβαίωση δι΄αυτού του κανόνα της ανεξαρτησίας της εν Κύπρω Εκκλησίας η Γ΄ Οικουμενικής Σύνοδος δεν άφησε καμια λογική εκκλησιαστική βάση δια την ανάπτυξη διδασκαλίας περί αποκλειστικών αρμοδιοτήτων οποιασδήποτε τοπικής Εκκλησίας. Διδακτικού χαρακτήρος είναι η καταληκτήρια διατύπωση του κανόνα: «Τὸ δὲ αὐτὸ καὶ ἐπὶ τῶν ἄλλων διοικήσεων, καὶ τῶν ἁπανταχοῦ ἐπαρχιῶν παραφυλαχθήσεται· ὥστε μηδένα τῶν θεοφιλεστάτων ἐπισκόπων ἐπαρχίαν ἑτέραν, οὐκ οὖσαν ἄνωθεν καὶ ἐξ ἀρχῆς ὑπὸ τὴν αὐτοῦ, ἢ γοῦν τῶν πρὸ αὐτοῦ χεῖρα καταλαμβάνειν ἀλλ᾿ εἰ καί τις κατέλαβε, καὶ ὑφ´ἑαυτὸν πεποίηται, βιασάμενος, ταύτην ἀποδιδόναι· ἵνα μὴ τῶν Πατέρων οἱ κανόνες παραβαίνωνται, μηδὲ ἐν ἱερουργίας προσχήματι, ἐξουσίας τύφος κοσμικῆς περεισδύηται, μηδὲ λάθωμεν τὴν ἐλευθερίαν κατὰ μικρὸν ἀπολέσαντες, ἣν ἡμῖν ἐδωρήσατο τῷ ἰδίῳ αἵματι ὁ Κύριος ἡμῶν Ἰησοῦς Χριστός, ὁ πάντων ἀνθρώπων ἐλευθερωτής».

λέξη- κλειδί:
добавить на Яндекс добавить на Яндекс