Функционирует при финансовой поддержке Федерального агентства по печати и массовым коммуникациям
Χρυσό απόθεμα

Να είσαι πιστός στο Ευαγγέλιο. Αποστολή και διάλογος σε συνθήκες επαφής των ηθικών συστημάτων

1 Απριλίου 2012
Ο Πρόεδρος του Συνοδικού Τμήματος για τις σχέσεις Εκκλησίας και Κοινωνίας, πρωθιερέας Βσέβολοντ Τσάπλιν, στην ομιλία του, κάνοντας διάκριση μεταξύ φυσικής και χριστιανικής ηθικής, αναφέρει τις βασικές αρχές που πρέπει να διέπουν το διάλογο με τους εκπροσώπους των άλλων ηθικών συστημάτων.

Μία από τις κύριες προκλήσεις για την Ορθόδοξη Εκκλησία στη σύγχρονη εποχή είναι η προσπάθεια να εξισωθεί η χριστιανική ηθική με άλλα ηθικά συστήματα, ή να διαλυθεί σε εκλεκτικά ηθικά συστήματα – για παράδειγμα στην «παγκόσμια ηθική» την οποία κήρυξε ο Hans Kung,ή σε ηθικές απόψεις των «νέων θρησκευτικών κινημάτων». Στη χριστιανική θεολογία, κυρίως στη δυτική, υπάρχει ο πειρασμός να γίνει αποδεκτή η ιδέα για την ταυτότητα της χριστιανικής και μη χριστιανικής ηθικής, με βάση τη διδασκαλία του «φυσικού ηθικού νόμου» που ο Θεός έβαλε στην ανθρώπινη φύση. Ωστόσο, η ευαγγελική ηθική και η εκκλησιαστική ηθική δεν χωράνε στα πλαίσια του «φυσικού δικαίου» και κατ 'ουσίαν, υπερβαίνουν τα όρια αυτά. Η ίδια η θεωρία του «φυσικού ηθικού νόμου» πρέπει να απελευθερωθεί από τη σχολαστική προσέγγιση, και έχει ανάγκη από μεγαλύτερη αξιολόγηση από την άποψη της ευαγγελικής αλήθειας.

1.Φυσικός ηθικός νόμος ή ηθικό αίσθημα;

Ξέρουμε πολύ καλά τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: « ὅταν γὰρ ἔθνη τὰ μὴ νόμον ἔχοντα φύσει τὰ τοῦ νόμου ποιῇ, οὗτοι νόμον μὴ ἔχοντες ἑαυτοῖς εἰσι νόμος, οἵτινες ἐνδείκνυνται τὸ ἔργον τοῦ νόμου γραπτὸν ἐν ταῖς καρδίαις αὐτῶν, συμμαρτυρούσης αὐτῶν τῆς συνειδήσεως καὶ μεταξὺ ἀλλήλων τῶν λογισμῶν κατηγορούντων ἢ καὶ ἀπολογουμένων, ( Ρωμ. 2, 14-15). Ο Απόστολος, μιλώντας για το έμφυτο στην ψυχή του κάθε ανθρώπου ηθικό κριτήριο το ονομάζει «έργον του νόμου» και υποστηρίζει ότι αυτοί οι άνθρωποι « ἑαυτοῖς εἰσι νόμος» . Ωστόσο, δεν κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η ύπαρξη αυτού του ηθικού κριτηρίου καταργεί την ανάγκη για το θεϊκό αποκαλυπτόμενο νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, ο οποίος έχει ιδιαίτερη αξία ως παιδαγωγός εις Χριστόν (Γαλ. 3, 24). Ο Απόστολος λέει: « ὁ μὲν νόμος ἅγιος, καὶ ἡ ἐντολὴ ἁγία καὶ δικαία καὶ ἀγαθή» (Ρωμ. 7, 12). Και, βέβαια ο Απόστολος Παύλος δεν υποστηρίζει πουθενά ότι το φυσικό ηθικό κριτήριο που υπάρχει στις ψυχές των εθνών, καταργεί την ανάγκη να ακολουθούν την ηθική διδασκαλία του Σωτήρα Χριστού.

Αλλά ακριβώς τέτοιο συμπέρασμα βγάζουν σήμερα εκείνοι που εξισώνουν τη φυσική με τη χριστιανική ηθική. Σύμφωνα με τη γνώμη τους, η φυσική ηθικότητα είναι αρκετή για μια αξιοπρεπή ζωή στη γη, και για την επίτευξη της αιώνιας μακαριότητας (αν η τελευταία γίνεεται αντιληπτή απ’ αυτούς ως μια πραγματικότητα και αξία). Το να είσαι Χριστιανός, σύμφωνα με αυτούς τους ανθρώπους, δεν είναι απαραίτητο για να επιτύχει κανείς το ηθικό ιδεώδες.Πάνω από όλα, στην πραγματικότητα, αν ο «φυσικός ηθικός νόμος» δόθηκε από τον ίδιο τον Θεό, τότε δεν υπάρχει τίποτα καλύτερο για τον άνθρωπο, και δεδομένου ότι ο νόμος αυτός αναπόφευκτα υπάρχει σε ανθρώπους διαφορετικών θρησκειών και ακόμη και σε άπιστους, άρα όλες οι θρησκείες και κοσμοθεωρίες μπορούν να ενωθούν γύρω από την εκτέλεση του παρόντοςνόμου, και το ζήτημα για την αλήθεια ή το ψεύδος των θρησκευτικών και φιλοσοφικών ιδεών αναπόφευκτα περνάει από μόνο του.

Ωστόσο, ο «φυσικός ηθικός νόμος» στην Ορθόδοξη θεολογία σχεδόν ποτέ δεν κωδικοποιούνταν ως ένα στερεό σύνολο αρχών και κανόνων, κωδικοποιημένο μία φορά και για πάντα για όλη την ανθρωπότητα. Οισχολαστικές προσπάθειες μιας τέτοιας κωδικοποίησης αναπόφευκτα καταστρέφονται από την πραγματικότητα της ζωής. Ναι, οι περισσότεροι λαοί καταδικάζουν την άδικη αφαίρεση της ζωής,την περιφρόνηση για τους γονείς,τη διαφθορά,την απάτη,την ιδιοποίηση ξένης περιουσίας και άλλες εμφανείς αμαρτίες.Ωστόσο, και αυτός ο κανόνας έχει πολλές εξαιρέσεις, όχι μόνο στις σύγχρονες αλλά και σε παραδοσιακές κοινωνίες, όπως είναι ευρέως γνωστό.

Επιπλέον, ο «φυσικός ηθικός νόμος»συγκρούεται στην ανθρώπινη ψυχή με άλλες, αντίθετες επιρροές, μερικές φορές ισχυρότερες και επικρατέστερες.Αυτό σημαίνει ότι ο «φυσικός νόμος» δεν μπορεί να είναι πλήρως αποτελεσματικός. Ο απόστολος Παύλος γράφει: « συνήδομαι γὰρ τῷ νόμῳ τοῦ Θεοῦ κατὰ τὸν ἔσω ἄνθρωπον, βλέπω δὲ ἕτερον νόμον ἐν τοῖς μέλεσί μου ἀντιστρατευόμενον τῷ νόμῳ τοῦ νοός μου καὶ αἰχμαλωτίζοντά με ἐν τῷ νόμῳ τῆς ἁμαρτίας τῷ ὄντι ἐν τοῖς μέλεσί μου. <...> ἄρα οὖν αὐτὸς ἐγὼ τῷ μὲν νοῒ δουλεύω νόμῳ Θεοῦ, τῇ δὲ σαρκὶ νόμῳ ἁμαρτίας ».(Ρωμ. 7, 22-23,25). Έτσι, καταλήγουμε στο συμπέρασμα ότι ο «φυσικός ηθικός νόμος» δύσκολα μπορεί να χαρακτηριστεί ως νόμος κατά την πληρέστερη έννοια του όρου - δεν ορίζεται πλήρως, και συνεχώς υποβάλλεται σε εσωτερική διαφθορά στην ανθρώπινη ψυχή, για να μην αναφέρουμε τις εξωτερικές επιρροές από την κοινωνία με τους κακούς τρόπους,η οποία συνεχώς επανεξετάζει γενικά αποδεκτούς κανόνες δεοντολογίας. Δεν είναι τυχαίο ότι ο απόστολος Παύλος το ορίζει εφαρμόζοντας κάποια αόριστη έννοια του «έργου νόμου». Και, φυσικά, σ’αυτό το «νόμο» ακόμη περισσότερο από το νόμο της Παλαιάς Διαθήκης, προσαρμόζονται τα αποστολικά λόγια: « ὅτι δὲ ἐν νόμῳ οὐδεὶς δικαιοῦται παρὰ τῷ Θεῷ δῆλον· ὁ δίκαιος ἐκ πίστεως ζήσεται. » (Γαλ. 3, 11).

Από τη σκοπιά αυτού του συγγραφέα, είναι πιο σωστό να μιλάμε όχι για το «φυσικό ηθικό νόμο»αλλά για το ηθικό αίσθημα, το οποίο ο Θεός έβαλε στην ανθρώπινη φύση. Είναι πραγματικά παρόν στην ψυχή καθενός από μας, ακόμη και στον πιο ασωφρόνιστο αμαρτωλό. Ωστόσο, μπορεί να πνιγεί,να κομπιαστεί και να διαστρεβλωθεί. Και γι αυτό μαρτυρούν πάρα πολύ καλά οι πολλές σύγχρονες αντι - ηθικές απόψεις που δικαιολογούν το γεγονός ότι στους πολιτισμούς που βασίζονταν στην Θεία Αποκάλυψη θεωρούνταν πάντα μια απόκλιση από τους ηθικούς κανόνες – η ασυδοσία, η ομοφυλοφιλία, η υποκίνηση στον εαυτό σου των μοιχικών και σπάταλων λαγνείων, η δολοφονία ανήμπορων ανθρώπων, ηακραία απληστία, η είσπραξη υπερβολικής τοκογλυφίας, η περιφρόνηση των φτωχών, και ούτω καθεξής.Ωστόσο, παρόμοιες τάσεις παρατηρήθηκαν πριν από πολλούς αιώνες στους πολιτισμούς, που δεν γνώριζαν την υπερφυσική Αποκάλυψη του Θεού. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο μπορούμε να υποθέσουμε ότι η πραγματική ηθική δεν μπορούσε και δεν μπορεί να υπάρξει έξω από την Αποκάλυψη.Για τους αρχαίους, δόθηκε στο νόμο του Μωυσή.Η κορωνίδα της Αποκάλυψης και η έκφρασή της για τη σύγχρονη ανθρωπότητα είναι η Αγία Γραφή της Καινής Διαθήκης.

2. Η Επί του Όρους Ομιλία ως κέντρο της Χριστιανικής ηθικής.

Ο Θεός λέει σαφώς ότι δεν ακυρώνει το νόμο της Παλαιάς Διαθήκης : «ἕως ἂν παρέλθῃ ὁ οὐρανὸς καὶ ἡ γῆ, ἰῶτα ἓν ἢ μία κεραία οὐ μὴ παρέλθῃ ἀπὸ τοῦ νόμου ἕως ἂν πάντα γένηται». (Ματθ. 5, 18). Αλλά είπε με σαφήνεια, και ότι η εκτέλεση του νόμου δεν είναι αρκετή για τη σωτηρία – προϋπόθεσή του είναι η ποιοτικά διαφορετική ψυχική κατάσταση, η οποία ξεπερνάει ακόμα και τα υψηλότερα πρότυπα της Παλαιάς Διαθήκης και πολύ περισσότερο τα πρότυπα του μη-θρησκευτικού κόσμου: « λέγω γὰρ ὑμῖν ὅτι ἐὰν μὴ περισσεύσῃ ἡ δικαιοσύνη ὑμῶν πλεῖον τῶν γραμματέων καὶ Φαρισαίων, οὐ μὴ εἰσέλθητε εἰς τὴν βασιλείαν τῶν οὐρανῶν. ( Ματθ. 5, 20).


Ο Θεάνθρωπος δίνει στους ανθρώπους νέες εντολές,οι οποίες δεν χωράνε στο πλαίσιο της κοσμικής ηθικής, και της ηθικής τής Παλαιάς Διαθήκης. Και τις δίνει ως απολύτως αμετάβλητες κατευθυντήριες γραμμές, που δεν υπάγονται σε σχετικοποίηση.« Ἠκούσατε ὅτι ἐρρέθη τοῖς ἀρχαίοις ... ἐγὼ δὲ λέγω ὑμῖν » (Ματθ. 5, 21-22). Είναι μια απόλυτη επιταγή, μετά από την οποία ακολουθεί η απόλυτη απαίτηση ενός εντελώς νέου επιπέδου ηθικής καθαρότητας από εκείνους που θα είναι άξιοι να μπούν στη Βασιλεία Του. Ο Κύριος Ιησούς, σαφώς και αποφασιστικά, κηρύσσει ανεπίτρεπτη τη βλασφημία κατά των πλησίον, σπάταλες σκέψεις, το διαζύγιο και γάμο με μια χωρισμένη,τον όρκο στον ουρανό και στη γη, την αντίδραση στο κακό, που διαπράχτηκε εις βάρος ενός προσώπου, την εμφαντική ελεημοσύνη, νηστεία και προσευχή και την παραλαβή του καταλλήλου ηθικού «μισθού» από τους ανθρώπους (Ματθ. 5-6). Ο Χριστός καταδικάζει και την ικανοποίηση του ανθρώπου με την ηθική του κατάσταση, με ηθικές αξίες του, ακόμα και προφανείς και αδιαμφισβήτητες από την άποψη της Παλαιάς Διαθήκης και κοσμικής ηθικής (Λουκ. 18, 9-14). Προφανώς, με αυτές τις ηθικές διαστάσεις δεν ταιριαζει η μικροσυμφεροντολογική ηθική,που συμφιλιώνεται με ορισμένο μέτρο του κακού. Δεν είναι τυχαία τα λόγια του Κυρίου: « Εἰσέλθατε διὰ τῆς στενῆς πύλης· ὅτι πλατεῖα ἡ πύλη καὶ εὐρύχωρος ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ἀπώλειαν, καὶ πολλοί εἰσιν οἱ εἰσερχόμενοι δι' αὐτῆς· τί στενὴ ἡ πύλη καὶ τεθλιμμένη ἡ ὁδὸς ἡ ἀπάγουσα εἰς τὴν ζωήν, καὶ ὀλίγοι εἰσὶν οἱ εὑρίσκοντες αὐτήν! » (Ματθ. 7, 13-14). Αυτό δεν σημαίνει ότι ο Θεός ανακοινώνει τους μαθητές Του ένα είδος ηθικού επιλέκτου: στην Βασιλεία Του προσκαλούνται όλοι. Όμως, το επίπεδο της ηθικής, απαραίτητο για τη σωτηρία, είναι ριζικά διαφορετικό από την «δικαιοσύνη των γραμματέων και Φαρισαίων», που ήταν σεβαστή στό κοσμικό περιβάλλον, ως το υψηλότερο επίτευγμα.

Ακριβώς η ηθική που ορίζεται από την επί του Όρους Ομιλία, θα πρέπει να θεωρείται κανονιστική για τον χριστιανό και να αποτελέσει τη βάση για το διάλογό του με τους εκπροσώπους των άλλων ηθικών συστημάτων. Δεν μπορούμε και δεν πρέπει να αναγνωρίσουμε αρκετό για την δημιουργία της δικής μας επίγειας ζωής ή τις σχέσεις μας με τους μη χριστιανούς ούτε το σύνολο ηθικών αρχών της Παλαιάς Διαθήκης, ούτε το τρεμάμενο έδαφος της φυσικής ηθικής αίσθησης, ούτε καν κάποιες κυρίαρχες, στην εκκοσμικευμένη κοινωνία, ηθικές απόψεις. Ο χριστιανόςείναι άνθρωπος που ζει σύμφωνα με τα πρότυπα της επί του Όρους Ομιλίας, ή τουλάχιστον αυτός που επιδιώκει αυτό. Οποιαδήποτε συμφιλίωση με το κακό, οποιοδήποτε βήμα πίσω σε προ-χριστιανική ή μη χριστιανική ηθική, γι 'αυτόν είναι μια παράβαση,που απειλεί την απώλεια της σωτηρίας. Γι 'αυτό εκείνες οι μετά- χριστιανικές κοινότητες, που άφησαν την πίστη στο Ευαγγέλιο χάριν της εύκολης συνύπαρξης με τα πιο «ελαφρά» ηθικά συστήματα, έχασαν τη δύναμη του άλατος, έπαψαν να αποτελούν τον τόπο του πραγματικού πνευματικού κατορθώματος, και συνεπώς δεν ενδιαφέρουν πια τους ανθρώπους που ψάχνουν για τη σωτηρία, και στην καλύτερη περίπτωση μετατρέπονται σε κοινωνικούς μηχανισμούς, που φέρουν καθαρά επίγειες λειτουργίες.

3. Η χάρη του Θεού ως μέσο ηθικής κάθαρσης.

Η υψηλή ηθική γραμμή, που ορίζεται στην Επί του Όρους Ομιλία, είναι αδύνατο να επιτευχθεί με ανθρώπινες δυνάμεις. Δεν είναι τυχαίο ότι στο ζήτημα για το ποιος μπορεί να σωθεί, ο Ιησούς απάντησε: « Παρὰ ἀνθρώποις τοῦτο ἀδύνατόν ἐστι, παρὰ δὲ Θεῷ πάντα δυνατά ἐστι» (Ματθ. 19, 26). Ηθικές απαιτήσεις του Ευαγγελίου δεν είναι απλώς ένα σύστημα απαγορεύσεων, τις οποίες θα μπορούσε να εκτελέσει μια ανθρώπινη θέληση.Είναι τόσο υψηλές που καμία θέληση δεν θα είναι σε θέση να τις εκπληρώσει. Ναι,οι βουλητικές προσπάθειες,η ανατροφή, οι εξωτερικοί περιορισμοί είναι σημαντικοί, αλλά δεν μπορούν μόνοι τους να οδηγήσουν ένα άτομο σε επίτευξη ενός ηθικού ιδανικού, και ως εκ τούτου σε σωτηρία.Μάλλον πιο σημαντική είναι η ελεύθερη επιλογή του προσώπου, που επιτρέπει στον Θεό να ενεργήσει σ’ αυτό. Η χριστιανική ηθική μιλάει όχι μόνο για την αγωγή της βούλησης και τον καταναγκασμό σε πράξη του καλού,αλλά για τη δράση στον άνθρωπο της χάρης του Θεού η οποία μεταμορφώνει τον εσωτερικό άνθρωπο, έτσι ώστε η ίδια η σκέψη της αμαρτίας να γίνεται αδύνατη.ΟΑπόστολος Παύλος λέει στους Χριστιανούς: « ἁμαρτία γὰρ ὑμῶν οὐ κυριεύσει· οὐ γάρ ἐστε ὑπὸ νόμον, ἀλλ' ὑπὸ χάριν » (Ρωμ. 6, 14).

Για την Ορθόδοξη παράδοση είναι φυσική η ιδέα της χάρης του Θεού, ως μια απαραίτητη προϋπόθεση για την ηθική τελειότητα του ατόμου. «Οπως η ξερή γή που δεν απορροφά την υγρασία, δεν φέρνει καρπό - γράφει ο Άγιος Ειρηναίος της Λυών – έτσι και εμείς που κάποτε ήμαστε μαραμένο δέντρο, ποτέ δεν θα μπορούσαμε να φέρουμε τον καρπό της ζωής χωρίς τη χάρη της βροχής ἄνωθεν· ... Γι αυτό χρειαζόμαστε τη δροσιά του Θεού, για να μην καούμε και να μην γίνουμε στείροι». Ακόμη και αν καλά έργα τελούνται, εν απουσία της χάριτος, δεν γίνονται πραγματικά ευάρεστα στον Θεό.«Χωρίς τη χάρη του Θεού - διαβάζουμε στον Άγιο Τύχωνα του Ζαντόνσκ – ο άνθρωπος δεν μπορεί να κάνει τίποτα θεάρεστο. <...> Στα πνευματικά έργα ο άνθρωπος χωρίς τη χάρη του Θεού είναι σαν ένα μαραμένο κλαδί, που δεν φέρνει κανένα καρπό στον Θεό,ο οποίος δημιουργεί μέσα μας την επιθυμία για την εκπλήρωση του καλού.Σ’ Αυτόν πρέπει κάθε έπαινος και δόξα, και στον άνθρωπο - ντροπή και ταπείνωση, διότι όχι μόνο να κάνει, αλλά ούτε να επιθυμεί τίποτα καλό χωρίς τον Θεό δεν μπορεί». Ο Πατριάρχης Μόσχας και πασών των Ρωσιών, Κύριλλος υποστηρίζει: «Όταν συνηθίζουν να μας λένε ότι ο άνθρωπος ο ίδιος, χωρίς καμία πίστη, είναι σε θέση να αναπτυχθεί ηθικά, μας λένε ψέμα. Ηγνήσια ηθική τελειότητα υπάρχει μόνο εκεί πού υπάρχει ο Θεός.Η γνήσια ηθική τελειότητα υπάρχει εκεί όπου σε απάντηση για την ανοιχτή ανθρώπινη καρδιά, ανοικτό μυαλό για την προσευχή και την πίστη ο Θεός στέλνει την δύναμη της χάρης Του, μεταμορφώνοντας και αποτεφρώνοντας με αυτή την ευλογημένη και παντοδύναμη ενέργεια την ανθρώπινη αμαρτωλότητα, μετατρέποντας έναν αμαρτωλό άνθρωπο σε άνθρωπο κατά το Θεό δημιουργημένο».

Έτσι, η χάρη του Θεού, που δίνεται στην αληθινή Εκκλησία είναι το κύριο και απαραίτητο μέσο για την επίτευξη της ηθικής τελειότητας. Χωρίς την ενέργεια του Θεού, χωρίς τα Μυστήρια της Εκκλησίας, ο άνθρωπος δεν μπορεί να γίνει ηθικός, με την έννοια της επί του Όρους Ομιλίας.Ζωτικής σημασίας για την ηθική τελειότητα της προσωπικότητας δεν είναι η δράση του ανθρώπου, αλλά του Θεού, και η κατανόηση αυτού του γεγονότος είναι η διαφορά της χριστιανικής ηθικής.

4. Ορισμένα συμπεράσματα.

Η χριστιανική ηθική ριζικά διαφέρει από τις άλλες ηθικές απόψεις, τόσο ως προς το υψηλό επίπεδο ηθικών προτύπων όσο και προς τον ισχυρισμό για την απαραίτητη ενέργεια του Θεού, και όχι μόνο των ανθρώπινων προσπαθειών για την επίτευξη ηθικής τελειότητας.Και αυτό οι Χριστιανοί πρέπει να το θυμούνται κατά τον διάλογο και την αλληλεπίδραση με τους υποστηρικτές των άλλων ηθικών συστημάτων.

Έτσι, δεν φαίνεται λογικό να συμφωνήσουμε με εκείνους που προσπαθούν να περιορίσουν τη χριστιανική ηθική στις Δέκα Εντολές του Μωσαϊκού νόμου, ενώ μερικές φορές εντελώς ξεχνούν τις εντολές από την πρώτη έως την τέταρτη, που αφορούν στη θρησκευτική ζωή. Μερικές φορές, προχωρούν ακόμη περισσότερο, εκθέτοντας το υπόλοιπο των εντολών σε ανάλυση. ΟΧριστιανός καλείται να μαρυρεί σαφώς ότι αυτή η προσέγγιση στον τομέα της δεοντολογίας μπορεί να είναι αποδεκτή μόνο για αναζήτηση της ελάχιστης κοσμοθεωρητικής βάσης για τη συνεργασία με ανθρώπους άλλων θρησκειών, με σκοπό τη συγκράτηση των πιο βαριών αμαρτιών και ελαττωμάτων. Ωστόσο, από μόνο του αυτό το ηθικό ελάχιστο για τον χριστιανό δεν μπορεί να θεωρηθεί ως επαρκές ή ικανοποιητικό – αφού μιλάμε για ένα σύνολο ηθικών πεποιθήσεων, που δεν επιτρέπουν στο άτομο να επιτύχει το ηθικό ιδανικό και την αιώνια σωτηρία.

Ακόμα πιο επικίνδυνο φαίνεται ο συμφιλιωτισμός με την προσπάθεια να ενωθούν η χριστιανική και μη χριστιανική ηθική,στη βάση του «φυσικού ηθικού νόμου», που παρουσιάζει στην πραγματικότητα ένα μάλλον ασαφές ηθικό αίσθημα,το οποίο δεν είναι πάντοτε σε θέση να καταπνίξει στην ψυχή του ανθρώπου τα αμαρτωλά κίνητρα. Θα πρέπει να ληφθεί υπόψη το γεγονός ότι υπό την έννοια φυσικό ήθος εννοείται όλο και περισσότερο ένα ευρύ φάσμα των ηθικών απόψεων, μέχρι της άμεσης δικαιολογίας φαινομένων που καταδικάζει η Αγία Γραφή τόσο της Παλαιάς όσο και της Καινής Διαθήκης. Η έκκληση προς τη φυσική ή πανανθρώπινη ηθική, προς δηλώσεις όπως «πιστεύουμε ότι είναι σωστό και καλό» χρησιμοποιείται σήμερα για την προώθηση της ευθανασίας, της ιδέας του «γάμου των ομοφυλοφίλων» και ακόμη και στην ιδεολογία του πλήρους ηθικού σχετικισμού.Ίσως, σε ορισμένες περιπτώσεις η συνεργασία ακόμα με ανθρώπους που κάνουν τέτοιες δηλώσεις μπορεί να είναι χρήσιμη για το Χριστιανό και την Εκκλησία και σε ορισμένα έργα που πράττονται γρήγορα. Ωστόσο, η προϋπόθεση για μια τέτοια συνεργασία θα πρέπει οπωσδήποτε να είναι μια σαφής οριοθέτηση σε σχέση με τις παραπάνω δεοντολογικές αντιλήψεις και η υπογράμμιση του γεγονότος ότι η χριστιανική ηθική είναι θεμελιωδώς διαφορετική από αυτές.

Μπορούμε να προσέλθουμε σε διάλογο και επικοινωνία με ανθρώπους άλλων θρησκειών οι οποίοι αναγνωρίζουν τις Δέκα Εντολές του Μωσαϊκού νόμου, καθώς και με εκείνους που έχουν τελείως διαφορετικές θρησκευτικές και ηθικές απόψεις από τις δικές μας, και με άπιστους, συμπεριλαμβανομένων και των οπαδών του ηθικού σχετικισμού. Αυτό που δεν μπορούμε και δεν πρέπει να κάνουμε –είναι το να επιτρέπουμε να χρησιμοποιούμε τον διάλογο και τη συνεργασία ώστε να τεθεί ένα σύμβολο της ισότητας μεταξύ της χριστιανικής και μη-χριστιανικής ηθικής, ή να προσπαθήσουμε να τα συνδυάσουμε σε ορισμένα συγκριτικά συστήματα. Τέλος πάντων, το ζήτημα της διατήρησης της πίστης μας και της καθαρότητας του κηρύγματός της, κατά την σοβαρότητα, ξεπερνά το ζήτημα για την αποτελεσματικότητα των κοσμικών έργων, γιατί επηρεάζει τη μοίρα του ανθρώπου στην αιωνιότητα, τη σωτηρία του.

Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν μπορεί να μετατραπεί σ’ένα θεσμό,που «αγιάζει» τα ήθη και τις συνήθειες,οι οποίες σχηματίστηκαν χωρίς τη συμμετοχή της, σύμφωνα με αφύσικους, γι αυτήν, νόμους. Η επιτυχία της αποστολής της εξαρτάται όχι μόνο από την ανθρώπινη ενέργεια και τις αποτελεσματικές τεχνολογίες. Η βάση της είναι η πίστη στην Ευαγγελική αλήθεια και στο πνεύμα του Χριστού που κατέκτησαν τις καρδιές δισεκατομμυρίων ανθρώπων από διαφορετικές γενιές, χωρίς καμία τεχνολογία, με ένα ελάχιστο όριο της ανθρώπινης δύναμης και εξουσίας. Αν κηρύσσουμε τον Χριστό και δεν σκεφτόμαστε για το πώς να ζουμε άνετα στον «κόσμο τούτο», ο Κύριος θα μας δώσει τη δύναμη να του φέρουμε « καρπὸν ἑκατονταπλασίονα » (Λουκ. 8, 8).

 

добавить на Яндекс добавить на Яндекс