Функционирует при финансовой поддержке Федерального агентства по печати и массовым коммуникациям
Χρυσό απόθεμα

Ενάντια...

27 Απριλίου 2011
Εκλαμβάνουμε τη Μεγάλη Εβδομάδα μέσα από το πρίσμα μιας ήδη καθιερωμένης θεολογίας, πράγμα που εξηγεί το κάθε βήμα του Σωτήρος και μας λέει τί πρέπει να αισθανόμαστε. Τι θα γίνει όμως αν προσπαθήσουμε να ζήσουμε αυτήν την εβδομάδα σαν να μην ξέρουμε όλα αυτά, να την βιώσουμε ολοκληρωτικά και να την αποτυπώσουμε στην καρδιά μας...;

Το Πάσχα πλησιάζει. Η Μεγάλη Εβδομάδα τελειώνει. Συνήθης κύκλος λατρείας. Ανά πάσα στιγμή - ας είμαστε ειλικρινείς μπροστά στον εαυτό μας τουλάχιστον – τυχαίνει με την άκρη της συνείδησης να θίξουμε το τί συμβαίνει. Ή μήπως αυτό που συνέβη;

Χωρίς έξαρση και την ζωντάνια του νεοφωτίστου είναι δύσκολο να αισθανθείς τη συμμετοχή σου στην εβδομάδα των Παθών. Όχι επειδή απλωνεται πάγος στην καρδιά, όχι επειδή υπάρχει κάποια ειδική σύνεση, απλά όλη την ώρα, με ένα φόντο κυλάει η συνηθισμένη ζωή – η εργασία, τα παιδιά, κατσαρόλες, η άνοιξη, βρώμικα αυτοκίνητα, φθαρμένα παπούτσια, και για πολύ προχωρημένους χρήστες εξακολουθεί να αφήνει το σημάδι της η ζωή στους εικονικούς κόσμους. Γίνεται διατομή, τριτομή -είσαι σαν ένα παιχνίδι που μαζεύτηκε από τα διάφορα στρώματα του χαρτονιού – εδώ είσαι ένας, εκεί άλλος, και πουθενά δεν είσαι αληθινός. Σε κανέναν απ’ αυτούς δεν είσαι ζωντανός. Αν τραβήξεις το νήμα  το παιχνίδι θα τινάξει τα πόδια, αν τραβήξεις ένα άλλο  θα κουνήσει το κεφάλι του, ένα τρίτο  θα χτυπήσει τα χέρια του. Η μηχανοκρατικότητα ομορφαίνεται από μια καθιερωμένη τάξη – τσουρέκια και βάψιμο των αυγών.

Δεν θέλω να πω ότι όλοι οι άλλοι προσποιούνται, ότι ο ενθουσιασμός και η έξαρση είναι  κακό. Και ίσως με απωθεί απ’ όλα αυτά μόνο η αντιπάθειά μου για την θεατρικότητα, η παθολογική επιθυμία να είμαι ειλικρινής, η αδυναμία να υποκρινόμαι. Ιδιαίτερα τώρα, την Μεγάλη Εβδομάδα .

Ναι, λέω στον εαυτό μου – εγώ δεν τρέμω και δεν ανησυχώ, όπως έπρεπε στους μαθητές του, εγώ δεν στενάζω και δεν μετανοώ, έτσι όπως γι αυτό γράφουν στα βιβλία και λένε στα κηρύγματα από τον άμβωνα. Ποτέ δεν μπορούσα να κλαίω για τις  αμαρτίες μου, κυριολεκτικά. Να χύνω πικρά δάκρυα. Λοιπόν, δεν το ξέρω. Κάποτε, βέβαια, κοιτάζοντας τους άλλους, έστιβα από τον εαυτό μου κάτι τέτοιο. Αλλά ήταν τόσο εξωπραγματικό, όπως τα χαρτονένια στρώματα της ζωής μου, ήταν όμοιο. Αλλά όχι αυτό.

Ίσως, απλά δεν πρέπει να το φοβόμαστε; Δεν χρειάζεται να κρυβόμαστε; Και απλά, έντιμα, μέχρι το τέλος, να αντικρύσουμε τον εαυτό μας.Χωρίς να τον καλύπτουμε με  όμορφα λόγια, χωρίς να θρηνούμε, όπως μας αρέσει: «Ω, τί πειρασμός!» Και να δούμε ένα κενό, καλυμμένο καλά ή άσχημα με χαρτονένια στρώματα. Πεπιεσμένο χαρτί. Λυπημένο κλόουν Πιερότο.

Εν τω μεταξύ,Τον  έχουν ήδη προδώσει. Και εγώ πίνω το τσάι μου. Πώς να συνδυάσω όλα αυτά; Να μην πίνω τσάι; Να μην κάνω τίποτα; Να τραβήξω τις χορδές της καρδιάς από χαρτόνι για να χτυπήσει όταν χρειάζεται; Δεν θέλω να προσποιούμαι, δεν θέλω να φαίνομαι. Και παραμένω να είμαι κανένας, γιατί μέσα μου δεν είναι τίποτα, εκτός από το τσάι ...

Αυτός συγκεντρώνει τους μαθητές του, ο Μυστικός Δείπνος. Αυτοί, επίσης, τρώνε και πίνουν. Δίπλα του –καθώς πασχει,φοβάται, σκυθρωπάζει. Και ο ίδιος τρώει. Βεβαίως, θα μου πουν όλοι οι άνθρωποι που γνωρίζουν - όχι απλώς τρώει, θέτει το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας. Αλλά ήξεραν γι αυτό οι μαθητές του; Εκείνοι οι οποίοι μάλωναν για τη θέση δίπλα Του, στους οποίους παραπονέθηκε για τη μωρεία τους. Είναι αμφίβολο. Απλά έτρωγαν και έπιναν δίπλα Του, ήταν μαζί Του, πιθανόν να φλυαρούσαν για κάποιες ανοησίες και φοβούνταν για τον εαυτό τους. Είναι όμως αμφίβολο το γεγονός ότι προσποιούνταν, κάνοντας τους αποστόλους, τότε. Έγιναν απόστολοι, αλλά μετά...

Προσεύχεται, κλαίει για το ποτήριο. Και αυτοί κοιμούνται. Πώς σας φαίνεται; Τους επιπλήττει. Δεν σιωπεί – ψευδοταπεινά, σφίγγοντας τα χείλια, αλλά προσβάλλεται. Είναι ζωντανός. Ως τώρα είναι ζωντανός. Αλλά  αυτοί είναι πραγματικοί, όχι επινοημένοι. Είναι οι ίδιοι, όπως και εμείς. Δεν μπορούν να ξυπνήσουν. Και εμείς κοιμόμαστε γιατί κουραστήκαμε πολύ. Ειδικά στο τέλος της νηστείας.

Εκλαμβάνουμε αυτή την Εβδομάδα μέσα από το πρίσμα μιας ήδη καθιερωμένης θεολογίας, που εξηγεί σε μας, και κάθε βήμα Του, και λέει τί πρέπει να αισθανόμαστε - πότε τη φρίκη,πότε τη θλίψη, πότε τη χαρά. Θα ήταν ενδιαφέρον να ζήσεις αυτή την Εβδομάδα έτσι σαν να μην γνωρίζεις τίποτα απ’αυτά,ολότελα να τα περάσεις μέσα σου και να  τα χαράξεις στην καρδιά.

Αλλά είναι αδύνατο, γιατί πίσω μας είναι δύο χιλιάδες χρόνια της ιστορίας – του Χριστιανισμού, του πολιτισμού και της σκέψης. Τέλος πάντων,εγγίζουμε  αυτά που έγιναν, μέσα απ’αυτό το σκέπασμα. Σαν να ψηλαφούμε τα πράγματα μέσα από ένα πολύ χοντρό ύφασμα. Δεν ζητώ να τα εγκαταλείψουμε όλα, δεν καλώ στον Προτεσταντισμό. Θέλω μόνο να ζήσω έντιμα αυτή την εβδομάδα. Όχι χωρίς θεολογία αλλά χωρίς κάποια πλαστή ιδεολογία: πήγαινε εκεί, να αισθανθείς εκείνο, ψήσε τσουρέκια.

Θέλω να καταστρέψω τον τοίχο – όχι να αρνηθώ την ιστορία και τη σκέψη, όχι,  θέλω να καταστρέψω τον τοίχο που έχτισα η ίδια, με τη βοήθεια των πιστών μαζών μας. Η Ο. Σεντακόβα γράφει: «Η ιδεολογία είναι ένας αμυντικός τοίχος της ανθρωπότητας κατά της απρόβλεπτης και άκαμπτης, στο λογικό, πραγματικότητας. Θα ήταν καλά αν πραγματικά προστάτευε απ’αυτά! Αλλά στην πραγματικότητα αυτός ο τοίχος είναι πολύ αναξιόπιστος, και γι αυτό η ιδεολογία πάντα έχει να πολεμάει με κάποιον και με κάτι. Ως εκ τούτου, η διάθεση της ιδεολογίας είναι επαγρύπνηση... Αυτή η επαγρύπνηση, όπως  η σωστή κατάσταση του ιδεολογικού προσώπου, είναι αντάξια της ανάλυσης. Το ιδεολογικό άτομο πάντα αισθάνεται τον εαυτό του πολιορκημένο σ’ενα φρούριο, και ο εχθρός ο οποίος πολιορκεί αυτό το φρούριο και στέλνει εκεί  κατασκόπους, του φαίνεται ασυνήθιστα ισχυρός και ύπουλος. Είτε αισθάνεται ότι βρίσκεται σ ενα ιδεολογικό μέτωπο ... Τι να πω, είναι πραγματικά τρομακτικό – το ενδεχόμενο ότι ο κόσμος μας μπορεί να καταρρεύσει, και θα βρεθούμε «χωρίς τίποτα» απέναντι σε μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα. Αλλά αυτή είναι η πίστη σε έναν ζωντανό Θεό, και όχι η πίστη στην πίστη, και σε μια ιδέα που προσφέρει η ιδεολογία. Και, όπως πιστεύω, αυτή η προσδοκία του Άλλου συνεχίζεται μέχρι την τελευταία στιγμή. Και αναμονή με αγάπη και ελπίδα: είναι αναμονή του Φίλου, όχι του Εχθρού, έρχεται όχι για να καταστρέψει τους προστατευτικούς τοίχους του φρουρίου μας αλλά τη φυλακή μας». (Http: / / religo.ru/columns/14179)

Η Παρασκευή, ημέρα της σταύρωσης. Πεθαίνει, και  δεν σείονται κτίρια και δεν ανοίγει ο ουρανός. Και το καταπέτασμα του ναού δεν σχίζεται στα δύο. Εδω κυκλοφορούν  αυτοκίνητα, ζωηρά πάει το εμπόριο, χτυπάνε κινητά τηλέφωνα και λειτουργεί το διαδίκτυο. Ο κόσμος σταθερά κόλλησε στα δίκτυα της λειτουργικότητας και της επιτυχίας. Και εμείς μαζί του. Πώς να ζούμε μ αυτό; Αν είμαστε εντελώς ειλικρινείς με τον εαυτό μας, δεν θα έπρεπε να βιώσουμε αυτήν την Παρασκευή - την Παρασκευή, όταν πέθαινε Εκείνος ο οποίος μας αγαπά αληθινά, Εκείνος που μας  κρατά στα χέρια και δεν μας αφήνει ακόμη και όταν εμείς οι ίδιοι προδίδουμε τον εαυτό μας. Αλλά εμείς ζούμε. Και όχι κακά.

 «Θα πω και πάλι: δεν θα προλάβουμε να μετανοήσουμε, δεν θα προλάβουμε να αλλάξουμε τη ζωή μας, πριν συναντήσουμε απόψε και αύριο, αυτές τις ερχόμενες μέρες τα Πάθη του Κυρίου»- γράφει ο Μητροπολίτης Αντώνιος του Σουροζ.  Και είναι αλήθεια. Ο άνθρωπος μερικές φορές δεν αλλάζει στη διάρκεια μιας ζωής ...

Η ένταση των τελευταίων ημερών της Μεγάλης Εβδομάδας μας κάνει να ψευδόμαστε - καταλαβαίνουμε ότι πρέπει να είμαστε κοντά Του, να πεθαίνουμε κοντά Του, αλλά αυτό δεν συμβαίνει. Και εμείς τεχνητά φουσκώνουμε  μέσα μας μια φωτούλα της έξαρσης. Και αν δεν ψευδόμαστε;

Τότε είμαστε ολόκληροι χρεωκοπημένοι. Ό, τι κάνουμε - μετατρέπεται σε στάχτη, όλη η ζωή μας είναι ματαιοδοξία. Πολύ λίγοι ζουν έτσι ώστε να μην ντρέπονται για τα χαμένα χρόνια. Δεν ξέρουμε να αγαπάμε και να συγχωρούμε, και δεν το έχουμε μάθει. Απλά περνάμε αυτή τη ζωή - μέρα με τη μέρα.

Τί μας κρατάει εδώ; Συνήθεια; Ο φόβος του θανάτου; Ο φόβος της μεταθανάτιας τιμωρίας; Αναμονή;

Αναμονή για το αδύνατο. Μεγάλο Σάββατο. Πέθανε. Δεν υπάρχει. Στέκομαι στην ερημωμένη  γη, και δεν ξέρω γιατί ζω. Αφού όλα τελείωσαν. Ή όχι; Οχι, πρέπει ακόμα να κάνω κάτι. Να αποχεραιτιστώ με Αυτόν. Να Τον συνοδέψω, όπως πρέπει. Να δώσω το τελευταίο φιλί. Και πάω. Πηγαίνω στον τόπο όπου βρίσκεται ο τάφος του. Όπου μια τεράστια πέτρα κλείνει την είσοδο. Πηγαίνω από καιρό. Σχεδόν σαράντα χρόνια. Και δεν ξέρω πόσο ακόμα θα πρέπει να πάω. Έχασα ήδη κατά το δρόμο τα αρώματα και τις ευωδίες. Έρχομαι με άδεια χέρια. Απλά να πω: «Συγνώμη». Και για να αγγίξω με το χέρι το παγερό μέτωπο. Πόσον καιρό ακόμα θα πάω, δεν ξέρω. Και ποιος θα μου αναποδογυρίσει την πέτρα, επίσης.

Όμως, από κάτι τι -παρά τον παραλογισμό και την απελπισία –εξακολουθώ να πηγαίνω. Και θέλω πολύ να ακούσω στο τέλος: «Δεν είναι εδώ, ανέστη!» Ανέστη, παρά την κενότητα και ματαιότητα μου, ανέστη παρά την δυσμορφία και «χαρτονιότητά» μου. Ανέστη - παρ 'όλη την ηλίθια ζωή και το θάνατό μου. Ανέστη όχι γιατί κρατούσα νηστεία, όχι... Θα ανασταίνονταν, έστω και αν δεν ήξερα γι 'αυτόν. Δεν μου έγειρε  κανένα όρο και δεν παζάρεψε μαζί μου: « Εάν δεν θα πίνεις γάλα, θα αναστηθώ και θα σε γλυτώσω από το θάνατο» Δεν προσπαθούσε να αγοράσει την αγάπη μου, με την υπόσχεση μακαριότητας μετά το θάνατο. Απλά ανέστη. Αυτό είναι όλο. Και είναι το μόνο εξ αιτίας του οποίου ακόμα αξίζει να ζούμε.




добавить на Яндекс добавить на Яндекс